Greek NT very rare pt 2 (appears 1-4 times) Flashcards Preview

Greek > Greek NT very rare pt 2 (appears 1-4 times) > Flashcards

Flashcards in Greek NT very rare pt 2 (appears 1-4 times) Deck (500):
1

ὁδοιπορέω

to journey

2

μετρίως

measurably

3

ἑτέρως

otherwise

4

ἐσχάτως

finally, be dying

5

πολυτρόπως

in many ways

6

ἀθροίζω

to gather together

7

ἀσώτως

recklessly

8

εὐαρέστως

acceptably

9

εὖγε

well done!

10

θυμομαχέω

to be very angry

11

ἐάν

if

12

πότερον

whether

13

καίτοιγε

although

14

διϋλίζω

to strain out

15

κατακύπτω

to bend down, look down

16

καθοπλίζω

to arm fully

17

ἐπειδήπερ

inasmuch as, since

18

ἀπελπίζω

to expect, hope for, suspect, despair

19

παρεδρεύω

to serve, wait on

20

διαχλευάζω

to make fun of

21

καθά

as, just as

22

καθώσπερ

as, just as

23

ὀπτάνομαι

to appear

24

συγκατατίθημι

to agree with

25

συγκαταβαίνω

to go down together

26

παρατυγχάνω

to happen to be near, happen to be present

27

συνυπουργέω

to help

28

ἀντιπέρα

(+gen) opposite

29

ἀντιστρατεύομαι

to war against

30

ἄντικρυς

straight on, openly, opposite

31

ὑπερέκεινα

(+gen) beyond

32

ἐπέκεινα

beyond

33

οὐά

ha!

34

συνεπιμαρτυρέω

to join in attesting

35

ἔα

ah! alas! leave alone!

36

δράσσομαι

to catch, trap

37

ἐκβολή

throwing out, throwing overboard

38

ὁδεύω

to travel

39

διενθυμέομαι

to think over

40

κριθή

barley

41

κατάνυξις

astonishment, insensitivity, stupor

42

συνωμοσία

conspiracy

43

ἐμπαιγμονή

mocking

44

ὑπεροράω

to disregard

45

ἔλεγξις

rebuke, rebuking

46

ἀναστενάζω

to groan deeply

47

κοπρία

dung heap, garbage pile

48

πτέρνα

heel, hoof, step

49

ἐφάλλομαι

to come upon, to leap

50

εὐδία

fair weather

51

μωρολογία

foolish talk

52

ἐπίνοια

intent, purpose

53

ἔκδηλος

manifest, conspicuous

54

ἐλαφρία

vacillation

55

Κλαυδία

Claudia

56

ἐπίλυσις

interpretation

57

καθαρότης

purification

58

προσπήγνυμι

to crucify

59

ἀπαλγέω

to lose all feeling

60

Ἑλλάς

Greece

61

Κυρήνη

Cyrene

62

ἀποψύχω

to lose heart

63

τετράγωνος

foursquare

64

εὐτραπελία

vulgar talk

65

Ναΐν

Nain

66

ἐπιχέω

to pour in, over, out

67

ἱκανότης

capability, sufficiency

68

κωμόπολις

town

69

συμπεριλαμβάνω

to embrace

70

ἀμάω

to mow, reap

71

ἐπιγίνομαι

to be born after, spring up, come after

72

ἰκμάς

moisture

73

πρόσφατος

new

74

αἴνεσις

praise

75

ἐνδύνω

to creep

76

πανήγυρις

public festival, joyful gathering

77

συνεκλεκτός

a person also chosen

78

κατάρτισις

being made complete

79

καταφθείρω

to corrupt

80

πάλη

struggle

81

ἐπιτροπή

decision, commission

82

Ἰουλία

Julia

83

κυβεία

trickery

84

μεστόω

to fill

85

ὀχλοποιέω

to gather a crowd

86

ἀγραυλέω

to be outdoors

87

προχειροτονέω

to choose beforehand

88

ἔγερσις

resurrection, raising, getting up

89

κατήφεια

gloom

90

κατάβασις

descent, falling down

91

παρθενία

virginity, indications of virginity

92

ἀγκάλη

arm

93

παρηγορία

comfort, exhortation

94

κεφαλίς

roll, volume, extremity

95

ἀμφιβάλλω

to cast a net

96

πάρδαλις

leopard

97

Κανδάκη

Candace

98

βραδύτης

slowness

99

ἐμπορία

business

100

παροψίς

plate

101

καῦσις

burning

102

εὐφημία

good reputation

103

πυγμή

fist

104

διαπαρατριβή

constant arguing

105

ἐκδοχή

expectation

106

ταφή

burial place, burial

107

καταδίκη

sentence, condemnation

108

κατοίκησις

dwelling, abode

109

ἀφθορία

integrity

110

Κολοσσαί

Colossae

111

ὀφρῦς

brow

112

γενεαλογέω

to descend from

113

ῥιπίζω

to toss away, blow away

114

ἐπιμέλεια

care, attention

115

ἐντρυφάω

to revel, carouse

116

κακοπάθεια

endurance, painful labor, misery

117

ἐκτένεια

zeal, earnestness

118

ἐθελοθρησκία

self-imposed religious piety

119

πραγματεία

work, narrative, affair

120

κόμη

hair

121

κολωνία

colony

122

ἄθλησις

a struggle

123

ἐπισκευάζομαι

to make ready

124

ἐξέλκω

to lure away, draw away

125

μνήμη

remembrance, memory

126

ὑπερεκχύννω

to run over

127

παρατήρησις

observation

128

Ἀμφίπολις

Amphipolis

129

κλισία

group

130

κατασοφίζομαι

to outwit, trick

131

προσεάω

to allow to go farther

132

ἄσημος

insignificant

133

παραφρονία

insanity, madness

134

πλατύς

wide

135

πραϋπάθεια

humility, gentleness

136

παράλιος

coastal area

137

παραλλαγή

madness, variation, change

138

ἑτοιμασία

readiness, equipment, preparation

139

κάκωσις

suffering, affliction

140

ἐκδιώκω

to attack, persecute

141

ὗς

pig, wild pig

142

μηλωτή

sheep skin, goatskin

143

δειλία

fear, cowardice

144

ἐκπλήρωσις

filling up, accomplishment

145

φιλότεκνος

loving one’s children

146

κατοπτρίζω

to look, reflect

147

ὑπερηφανία

pride, arrogance

148

τεκνογονία

childbirth

149

διόρθωσις

reformation

150

ὁμιλία

company, conversation

151

ὁμίχλη

mist, fog

152

ἐπανόρθωσις

correction

153

σύνειμι

to gather (ibo)

154

ψώχω

to rub

155

διαδέχομαι

to receive possession of

156

ὁλοκληρία

full health

157

μανία

insanity

158

μετάλημψις

receiving

159

ὀλιγοπιστία

smallness of faith

160

ἕξις

habit, use, practice

161

ἡγεμονία

military company, authority, rule

162

ἁγιότης

holiness

163

εὐποιΐα

well-doing

164

παραδειγματίζω

to punish publicly, to make public display

165

Λυκαονία

Lycaonia

166

ψευδώνυμος

falsely called

167

ὁμείρομαι

to yearn for

168

Εὐοδία

Euodias

169

ἐξανάστασις

a getting or springing up, resurrection

170

πιότης

oil, fat, fatness, richness

171

παρανομία

wrongdoing, lawlessness

172

ἐπιτιμία

punishment

173

λεπίς

flake, scale

174

Θαμάρ

Tamar

175

μάμμη

grandmother

176

εὐπορία

wealth

177

συγγενίς

female kin

178

ἐξαστράπτω

to flash like lightning

179

ἀλληγορέω

to speak allegorically, figuratively

180

παρακαθέζομαι

to sit beside

181

εἰστρέχω

to run in

182

πενιχρός

poor

183

ἀγγέλλω

to announce

184

μονόω

to be left alone

185

Λασαία

Lasea

186

συμφύω

to grow up with

187

οἰνοφλυγία

drunkenness

188

ἐφήμερος

daily

189

ἐκπορνεύω

to commit sexual sin, live immorally

190

ἐπικουρία

help, supplication

191

πατροπαράδοτος

handed down from ancestors

192

νομοθεσία

giving of the law

193

Ἀπολλωνία

Apollonia

194

ἔπαυλις

house, home

195

ἐπεισαγωγή

bringing in

196

εὐπρέπεια

beauty, dignity

197

μαντεύομαι

to divine, to prophesy, to tell fortunes

198

εὐσχημοσύνη

modesty, gracefulness

199

Μελίτη

Melita

200

ὑπέχω

to suffer

201

μεμβράνα

parchment

202

ὑπέρακμος

past marital age

203

ζευκτηρία

rope

204

προκυρόω

to make earlier

205

οἰκετεία

household

206

λῆμψις

receiving

207

ὄσφρησις

sense of smell

208

προσαναλόω

to spend

209

ἀνέλεος

merciless

210

ματαιολογία

empty talk

211

λήθη

forgetfulness

212

εὐθύτης

uprightness, justice

213

φαντασία

appearance, pomp

214

περίθεσις

wearing

215

συνομορέω

to be next door

216

λογομαχία

a fight about words

217

θύελλα

windstorm, hurricane

218

ἐπιστροφή

return, turning, conversion

219

μεσόω

to be in the middle

220

λαμπρότης

brightness

221

ἐρείδω

to stick fast, support, fix firmly

222

ἐντυπόω

to engrave

223

ἱλαρότης

cheerfulness

224

ναῦς

ship

225

ἀγωγή

manner of life

226

προβιβάζω

to teach, persuade

227

αἱμορροέω

to hemorrhage

228

Ἰεζάβελ

Jezebel

229

ἀγαθοποιΐα

doing good

230

ἐμπλοκή

elaborate hair braiding

231

λόγχη

spear

232

Ἱεράπολις

Hierapolis

233

παροίχομαι

to go by

234

φλύαρος

talkative, gossipy

235

θεά

goddess

236

μαθήτρια

disciple, student (f)

237

Μαγαδάν

Magadan

238

συγκύπτω

to bend over

239

θειότης

deity, divinity

240

ὄρεξις

appetite

241

μαγεία

magic

242

λεῖος

smooth

243

εὔνοια

benevolence, good will

244

ὀπώρα

fruit

245

ἀνάχυσις

excess

246

ἐνδώμησις

foundation

247

ἔνδυσις

wearing, putting on

248

θήρα

hunting, snare, trap

249

φιλοσοφία

philosophy, love of wisdom, investigation

250

Λωΐς

Lois

251

θεοσέβεια

godliness, fear of God

252

ὁπλίζω

to arm oneself with

253

Εὐνίκη

Eunice

254

πίμπρημι

to swell up

255

θέρμη

heat

256

νεομηνία

new moon, new moon festival

257

σκηνοπηγία

making of booths, Festival of Tabernacles

258

ἀναίρεσις

death, destroy, carry away

259

ἀναίδεια

persistence, shamelessness

260

Αἰνών

Aenon

261

σκευή

tackle

262

Βηθζαθά

Bethzatha

263

ἀνταπόδοσις

repayment, reward

264

σκληρότης

hardness

265

κοίμησις

sleep

266

περπερεύομαι

to brag

267

βελόνη

needle

268

πάρεσις

overlooking

269

ἀποκατάστασις

restitution

270

ἄφιξις

departure

271

βοτάνη

pasture, herb

272

διήγησις

tale, declaration

273

ἀπέραντος

endless, boundless

274

βοή

cry

275

φυγή

flight

276

ἀχλύς

mist

277

θήκη

chest, sheath

278

ἀναλογία

proportion

279

κενοδοξία

conceit

280

σπορά

seed, sowing

281

αἰδώς

modesty, respect, honor

282

πάροδος

passage, traveler

283

Φοίβη

Phoebe

284

Νικόπολις

Nicopolis

285

περιτρέχω

to run around

286

στάμνος

jar

287

ἀνάλυσις

departure

288

παραχειμασία

wintering

289

τετράμηνος

four months

290

νοσσιά

nest, brood

291

βάσις

foot, pedestal, foundation

292

περιφρονέω

to disregard, despise

293

ἀνάκρισις

examination

294

σπιλάς

stain

295

σορός

bier, coffin

296

θέλησις

will, desire, prayer

297

Σουσάννα

Susanna

298

σανίς

plank, board

299

συκάμινος

mulberry tree

300

ἀμοιβή

repayment

301

Μιτυλήνη

Mitylene

302

Ῥαχάβ

Rahab

303

σαργάνη

basket

304

μεγαλοπρεπής

majestic

305

σάπφιρος

sapphire

306

ταλαιπωρέω

to be sorrowful, to suffer distress

307

ἀνεκλάλητος

unspeakable

308

Σαλμώνη

Salmone

309

καλλιέλαιος

cultivated olive tree

310

ἀπόδειξις

proof, evidence, demonstration

311

ἀντίλημψις

help

312

ἀμέθυστος

amethyst

313

γερουσία

council

314

Σαλαμίς

Salamis

315

Σάμος

Samos

316

διακαθαρίζω

to clean out

317

παροτρύνω

to stir up

318

ἀνάβλεψις

recovering of sight

319

Σελεύκεια

Seleucia

320

Ἀβιληνή

Abilene

321

ἀντίθεσις

opposition

322

τιμιότης

abundance

323

ἀναβολή

delay

324

Λευιτικός

Levitical

325

ἀπόχρησις

in use

326

γάζα

treasure

327

Γάζα

Gaza

328

σαρδόνυξ

sardonyx

329

ἐπιλησμονή

forgetful

330

σειρά

chain, rope

331

φυσίωσις

conceit, pride

332

φυτεία

plant, planting

333

Ἀττάλεια

Attalia

334

βύσσος

fine linen

335

πιθανολογία

enticing argument

336

Ἐμμαοῦς

Emmaus

337

Ἅννα

Hannah, Anna

338

μαραίνω

to wither away, waste

339

ἐκβαίνω

to go out

340

συνοδία

group

341

φάραγξ

valley

342

ἀπαράβατος

unchangeable

343

Καῦδα

Cauda

344

συνδρομή

running together

345

συμφωνία

music, harmony

346

κραταιός

mighty, strong

347

καταπλέω

to arrive

348

Νύμφα

Nympha

349

ἀνάψυξις

refreshing

350

Ἄζωτος

Azotus

351

ἀρά

curse

352

φάσις

news, report

353

τιμωρία

punishment

354

καταστολή

dress, clothing

355

φαντάζω

to appear

356

Συχάρ

Sychar

357

κατοικία

dwelling

358

γάγγραινα

gangrene

359

κατείδωλος

full of idols

360

ὑπόνοια

suspicion

361

ἐπιποθία

great desire

362

ὑποστολή

turning back

363

ὑπερεκτείνω

to go beyond

364

Συντύχη

Syntyche

365

δισμυριάς

twenty thousand

366

Συράκουσαι

Syracuse

367

ταβέρναι

inns, taverns (pl.)

368

ἐκκομίζω

to carry out

369

Ἀπφία

Apphia

370

Σύρτις

Syrtis

371

Συροφοινίκισσα

Syrophoenician (f)

372

ἀγανάκτησις

indignation

373

τρισχίλιοι

three thousand, 3000

374

παρεισδύνω

to sneak in secretly

375

ὁμοίωσις

likeness

376

ἀφειδία

neglecting

377

φιλονεικία

argument

378

παραθαλάσσιος

by the sea, by the lake

379

ἀφελότης

singleness

380

ἐκκρεμάννυμι

to hang upon, depend on

381

παρεμβάλλω

to set up camp

382

φιλία

love, friendship

383

Σάπφιρα

Sapphira

384

ἀνάλημψις

a receiving up, a taking up

385

πρόσλημψις

acceptance

386

ἁδρότης

abundance

387

στιβάς

leafy branch

388

οἰκουργός

devoted to household duties

389

ἔλευσις

coming

390

μομφή

complaint

391

Χαναναῖος

Canaanite

392

ἀπορία

perplexity

393

συμφώνησις

agreement

394

τελευτή

death

395

ἀπουσία

absence

396

ὁροθεσία

boundary

397

ἐπισχύω

to grow strong, insist, be urgent

398

προσκοπή

cause for offense

399

ἀσπίς

shield, asp, snake

400

συκομορέα

sycamore tree

401

διαλλάσσομαι

to reconcile

402

κακοήθεια

meanness

403

Κνίδος

Cnidus

404

ποταμοφόρητος

swept away by a river

405

ἄνοιξις

opening

406

αὐγή

glare, beams, break of day

407

συγγνώμη

concession, pardon

408

συγκατάθεσις

agreement

409

σύγχυσις

confusion

410

συγκυρία

chance

411

φιλαργυρία

love of money

412

πολυλογία

many words

413

πολυποίκιλος

multicolored, diverse, intricate

414

Δάμαρις

Damaris

415

χρή

it ought, should

416

ἐμπίμπρημι

to set on fire

417

τρυμαλιά

hole

418

ἐγκρίνω

to classify

419

πλήμμυρα

flood

420

δοκιμασία

test

421

τρυγών

turtledove

422

ποίησις

doing, creation

423

ἀγωνία

agony

424

ὕλη

wood, forest, material

425

ἐδαφίζω

to burn, smash to the ground

426

περικρύβω

to hide

427

κημόω

to muzzle

428

τριετία

period of three years

429

ἀπέκδυσις

putting off

430

πρεσβῦτις

older, elderly woman

431

διατροφή

food

432

τροφός

nurse

433

διέξοδος

going out or forth, along the main roads (?)

434

ἀκρίβεια

perfect manner

435

τροχιά

path, course, wheel-track

436

πορφυρόπωλις

merchant selling purple cloth

437

δικαιοκρισία

righteous, just judgment

438

λύσις

interpretation, divorce

439

χρηστολογία

smooth talk

440

Πισιδίος

Pisidian

441

πατρικός

coming from forefathers

442

ἀδηλότης

uncertain

443

βολή

a throw, stroke, glance

444

περιπείρω

to pierce through

445

περιοχή

enclosure, passage

446

Ῥόδη

Rhoda

447

ἐθίζω

to accustom

448

σεμίδαλις

fine flour

449

μετοχή

partnership

450

Λιβύη

Libya

451

πεισμονή

persuasion

452

Κῶς

Cos

453

αἱματεκχυσία

shedding of blood

454

δυσφημία

slander

455

κολακεία

flattery

456

Χίος

Chios

457

αἰσχρότης

filthiness

458

γυμνασία

exercise

459

ὑδροποτέω

to drink water

460

Δρούσιλλα

Drusilla

461

πλησμονή

satisfaction

462

Τρύφαινα

Tryphena

463

δύσις

setting (of sun), west

464

θεωρία

sight

465

Περσίς

Persis

466

πειράω

to tempt, test

467

αἰσχρολογία

filthy speech

468

Πισιδία

Pisidia

469

αἴσθησις

judgment, perception, knowledge

470

ἐκζήτησις

speculation, controversy

471

κυβέρνησις

ability to lead. leadership

472

δάμαλις

heifer

473

Δαλμανουθά

Dalmanutha

474

εἰσπηδάω

to rush in

475

θεότης

deity

476

Ἰδουμαία

Idumea, Edom

477

ἀλόη

aloes

478

κοπή

slaughter

479

Ῥεβέκκα

Rebekah

480

Ῥαχήλ

Rachel

481

ῥᾳδιουργία

unscrupulousness

482

ἀρεσκεία

desire to please

483

Ῥαμά

Ramah

484

καλάμη

straw

485

Πτολεμαΐς

Ptolemais

486

πτόησις

terrifying fear

487

δεισιδαιμονία

religion

488

σχολή

leisure, idleness, lecture hall

489

δαπάνη

cost

490

κρύπτη

hidden place

491

Δαλματία

Dalmatia

492

περιδέω

to wrap

493

Λυκία

Lycia

494

ῥυπαρία

impurity

495

ὀρθρινός

morning

496

ἅλωσις

capture, capturing

497

κειρία

bedsheet, sheet of cloth (for burial)

498

παλαιότης

oldness

499

σαγήνη

dragnet

500

νίκη

victory