Words 2 Flashcards Preview

English > Words 2 > Flashcards

Flashcards in Words 2 Deck (32):
0

Integrate

[Intigreit] ρ. εντάσσω, ενσωματώνω, ενώνω, ενοποιώ: the private schools were integrated into the state education system τα ιδιωτικά σχολεία εντάχθηκαν/ενσωματώθηκαν στο σύστημα δημόσιας παιδείας # εντάσσομαι σε ευρύτερο σύνολο, συγχωνεύομαι, αφομοιώνομαι: gypsies are not integrating well into urban societies οι τσιγγάνοι δεν αφομοιώνονται εύκολα στις αστικές κοινωνίες

1

Foster

[fOster] επίθ. θετός, κν. αναθρεφτός: place a child with foster parents τοποθετώ παιδί σε θετούς γονείς § foster mother μητριά, θετή μητέρα, ψυχομάνα

[fOster] ρ. ανατρέφω (ξένο παιδί): foster an orphan ανατρέφω ορφανό # προάγω, "ευνοώ", ενισχύω: foster friendship between peoples ενισχύω φιλικούς δεσμούς μεταξύ λαών # καλλιεργώ, τρέφω (αισθήματα κτλ.): foster feelings of admiration τρέφω αισθήματα θαυμασμού

2

Dwell

[duEL] ουσ. ενδιαιτώμαι, κατοικώ, διαμένω, κατοικοεδρεύω: he dwells in the country διαμένει στην επαρχία # επιμένω σε θέμα, πραγματεύομαι διεξοδικώς, "στέκομαι", "κολλώ": let us not dwell on that ας μη σταθούμε/κολλήσουμε σ' αυτό

3

Legitimate

[letzhItimit] επίθ. νόμιμος: legitimate heir νόμιμος κληρονόμος # σύννομος: these methods do not seem to be strictly legitimate οι μέθοδοι αυτές δεν φαίνονται και πολύ σύννομες # θεμιτός: politicians are legitimate targets for satire οι πολιτικοί είναι θεμιτοί στόχοι σάτιρας # (για τέκνα:) προερχόμενος εκ γάμου, "νόμιμος": two of her three children are legitimate δύο εκ των τριών τέκνων της είναι νόμιμα # αυθεντικός, γνήσιος, "κλασικός": legitimate theatre γνήσιο θέατρο # (για μουσική:) κλασικός, σοβαρός # (για φραστικά στοιχεία ή όρους:) δόκιμος, λόγιος

4

Subjugation

[sabdzhugEishn] ουσ. καθυπόταξη, υποδούλωση, υποτέλεια

5

Heterogeous

[heteroudzhIinias] επίθ. ετερογενής, ετερόκλητος

6

Momentum

[momEntam] ουσ. ορμή, φόρα: gather momentum αποκτώ φόρα # κεκτημένη ταχύτητα: carried away by his own momentum παρασυρμένος από την κεκτημένη του ταχύτητα # φυσ. ορμή (γινόμενο μάζας επί ταχύτητα): angular momentum στροφορμή

7

Reach out

απλώνω/τεντώνω το χέρι (για να πιάσω ή να φτάσω

reach
[rIitsh] ουσ. απόσταση στην οποία μπορεί να φθάσει εκτεινόμενο το χέρι: the upper shelf was beyond my reach το επάνω ράφι ήταν σε απόσταση που δεν έφθανε το χέρι μου # ευθύγραμμο τμήμα ποταμού # μτφ. "ευρύτητα", "φάσμα", "πεδίο", "βάθος": the far reaches of.. τα μακρυνά βάθη του.. # ΦΡ. reach truck περονοφόρο ανυψωτικό όχημα, κν. κλαρκ § beyond the reach of human intellect πέρα από τις δυνατότητες του ανθρώπινου μυαλού § make a reach for.. τεντώνομαι να φτάσω ή να πιάσω.. § out of reach 1. απρόσιτος, άφταστος > 2. ανέφικτος, ακατόρθωτος § within the reach of sb.'s purse μέσα στις οικονομικές δυνατότητες κάποιου

[rIitsh] ρ. εκτείνω, απλώνω ή τεντώνω το χέρι (για να πίασω/φτάσω): he reached for his gun έκανε να αρπάξει το όπλο του # φθάνω (με το χέρι): I couldn't reach the top shelf δεν μπορούσα να φτάσω το πάνω ράφι # εκτείνομαι σε μήκος, "φθάνω": the skirt reached her ankles η φούστα έφθανε μέχρι τους αστραγάλους της # καταφθάνω, φθάνω: reach ahead of.. φτάνω γρηγορότερα από.. # κοντεύω, πλησιάζω, προσεγγίζω, "φθάνω": reach the age of.. φθάνω στην ηλικία τών.. § reach the end of one's journey φτάνω στο τέλος του ταξιδιού μου § reach the end of one's life φτάνω στο τέλος της ζωής μου # απολήγω, καταλήγω: reach a conclusion καταλήγω σε συμπέρασμα # επιτυγχάνω, κατορθώνω: reach a compromise επιτυγχάνω συμβιβαστική λύση # επικοινωνώ (ιδ. με τηλέφωνο): where can I reach you? που μπορώ να σου τηλεφωνήσω; # ΦΡ. reach a climax φθάνω σε αποκορύφωση § reach after.. 1. τεντώνομαι να φτάσω τον.. 2. εποφθαλμιώ τον.. § reach for the moon ιδ. τρέφω υπερβολικές φιλοδοξίες § reach for the sky! ψηλά τα χέρια! § reach out απλώνω/τεντώνω το χέρι (για να πιάσω ή να φτάσω)

8

Dismissive

[dismIsiv] επίθ. αποπεμπτικός: dismissive gesture χειρονομία αποπομπής # περιφρονητικός: dismissive shrug of the shoulders περιφρονητική ύψωση των ώμων # αρνητικός, απορριπτικός: dismissive inclination of the head αρνητική κίνηση της κεφαλής

9

Patronize/Patronise

[patronAizing] επίθ. (ψευτο) καταδεχτικός, συγκαταβατικός: patronizing tone συγκαταβατικός τόνος

10

Sedentary

[sEdenteri] επίθ. (για εργασία:) καθιστική # (για πρόσωπα:) που συνήθως κάθεται: sedentary worker απασχολούμενος σε καθιστική εργασία

11

Irrigation

[irigEishn] ουσ. άρδευση, πότισμα: irrigation canal / ditch αρδευτική τάφρος § irrigation pump αρδευτική αντλία

12

Means

[mIins] ουσ. (υλικά) μέσα: means of transport μεταφορικά μέσα # μέθοδος, τρόπος: by what means did you manage to.. με ποιό τρόπο τα κατάφερες να.. # πόροι, (οικονομικά) μέσα, εισόδημα: private means προσωπικό εισόδημα # ΦΡ. by all (manner) of means! (σε απάντηση αιτήματος:) φυσικά!, βεβαιότατα!, πολύ ευχαρίστως! § by some means or other με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο

13

Confederation

[konfederEishn] ουσ. (ως διαδικασία ή ως σώμα:) συνομοσπονδία: confederation of factory workers συνομοσπονδία βιομηχανικών εργατών § negotiations for the confederation of labour unions διαπραγματεύσεις για τη σύμπηξη συνομοσπονδίας εργατικών ενώσεων

14

Erroneous

[irOunias] επίθ. εσφαλμένος, σφαλερός, λαθεμένος: erroneous conclusion εσφαλμένο συμπέρασμα § erroneous spelling ανορθογραφία

15

Ceaseless

[sIislis] επίθ. ακατάπαυστος, αέναος, αδιάκοπος

16

Gratify

[grAtifai] ρ. προσφέρω ευχαρίστηση, "ευχαριστώ": it gratified me to learn that.. με ευχαρίσησή μου έμαθα ότι.. # ικανοποιώ, προσφέρω ικανοποίηση, καλοκαρδίζω: gratify sb. 's whims ικανοποιώ τα καπρίτσια κάποιου

17

Elusive

[iliUsiv / iLUusiv] επίθ. που διαλανθάνει, διαφεύγει, κρύβεται ή μένει άφαντος ή ασύλληπτος: elusive criminal ασύλληπτος εγκληματίας # του οποίου είναι δύσκολη η ενθύμηση, δυσμνημόνευτος: elusive word δυσμνημόνευτη λέξη # που στερείται ευθύτητας ή σαφήνειας, συβιλλικός: elusive reply συβιλλική απάντηση # μτφ. ακριβοθώρητος, δυσκολοθώρητος: he's become elusive lately έχει γίνει ακριβοθώρητος τελευταία # δυσδιάκριτος, διακριτικός: elusive perfume διακριτικό άρωμα

18

Engrave

[ingrEiv] ρ. χαράσσω, κν. "σκαλίζω": he engraved his initials on.. χάραξε/σκάλισε τα αρχικά του σε.. # εγχαράσσω, εντυπώνω, χαράζω ανεξίτηλα: that incident will be forever engraved in my memory το επεισόδιο αυτό θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου

19

Mundane

[mAndein] επίθ. πεζός, άχαρος, κοινότοπος, ανιαρός: mundane life άχαρη ζωή § dishwashing is a mundane task η λάντζα είναι ανιαρή δουλειά

20

Explicit

[ikspLIsit] ουσ. ρητός, κατηγορηματικός, απερίφραστος: explicit declaration κατηγορηματική δήλωση # σαφής: explicit instructions σαφείς οδηγίες # μτφ. λεπτομερής, διεξοδικός, αναλυτικός: explicit sex ιδ. σκληρό πορνογραφικό θέαμα

σαφής, ρητός.

21

Agitate

[Edzhiteit] ρ. ταράσσω: I was agitated by.. ταράχτηκα από.. # αναταράσσω, αναδεύω: agitate a liquid αναταράσσω υγρό # παροτρύνω σε κινητοποίηση ή ξεσηκωμό, κινητοποιώ: agitate for tax reform παροτρύνω σε κινητοποίηση για φορολογικές μεταρρυθμίσεις

22

Argument

[Argiument] ουσ. επιχειρηματολογία, αντιπαράθεση επιχειρημάτων, "συζήτηση": we agreed without much further argument συμφωνήσαμε χωρίς πολλή περαιτέρω αντιπαράθεση § for argument's sake χάριν συζητήσεως # διαφωνία, διαπληκτισμός, λογομαχία: they had an argument over.. διαπληκτίστηκαν για.. # επιχείρημα: castiron argument ακλόνητο επιχείρημα # περίληψη, σύνοψη (λογοτεχνήματος κτλ.) # ΦΡ. argument of silence (ελεύθερη απόδοση:) απορία ψάλτου (βηξ) § beyond argument ανεπίδεκτος συζήτησης, αδιαμφισβήτητος § brook no argument (ελεύθερη απόδοση:) δεν παίρνω από λόγια § circular arguments ατέλειωτες ή ατέρμονες λογομαχίες § clinching argument ακαταμάχητο ή αποστομωτικό επιχείρημα § line of argument συλλογιστική, επιχειρηματολογία § stock argument στερεότυπο επιχείρημα

όρισμα. Κάθε τιμή μιας ανεξάρτητης μεταβλητής (ΕΛΟΤ).

23

Initialize

[inIshalaiz] ρ. μονογραφώ # τεχνολ. ρυθμίζω σύστημα Η/Υ για έναρξη λειτουργίας, κν. "μπουτάρω

24

Semicolon

ελληνικό ερωτηματικό.

25

Tier

βαθμίδα ουσ θηλ
επίπεδο, στρώμα ουσ ουδ

26

Flurry

[fLAri] ουσ. ξέσπασμα έντονης δραστηριότητα, κν. φούρια, πρεμούρα: he's in a flurry έχει πρεμούρες # αναστάτωση, παραζάλη, κν. αναμπουμπούλα, αντάρα: all in a flurry τελείως αναστατωμένος # μετεωρ. ριπή ανέμου, σπιλάδα, ανεμοζάλη # σύντομη ελαφρά χιονόπτωση # μτφ. σφαδασμός: death flurry επιθανάτιοι,καταιγισμός

[fLAri] ρ. αναστατώνω, πανικοβάλλω

27

Mediate

[mIdieit] επίθ. ενδιάμεσος: mediate between.. ενδιάμεσος μεταξύ.. # έμμεσος: mediate inference έμμεσο συμπέρασμα

[mIdieit] ρ. μεσάζω, μεσολαβώ: mediate between two warring parties μεσολαβώ μεταξύ δύο εμπολέμων # επιτυγχάνω με μεσολάβηση: the diplomats mediated peace οι διπλωμάτες μεσολάβησαν και πέτυχαν ειρήνευση

28

Rival

[rAivl] ουσ. αντίπαλος: formidable rival ισχυρός αντίπαλος # ανταγωνιστής: business rival εμπορικός ανταγωνιστής # διεκδικητής: a new rival for the title of.. νέος διεκδικητής για τον τίτλο τού.. # αντεραστής, αντίζηλος: his rival won her heart ο αντίζηλός του κέρδισε την καρδιά της

[rAivl] ρ. ανταγωνίζομαι: they rival in skill ανταγωνίζονται στη δεξιοτεχνία # συναγωνίζομαι: of unrivalled beauty ασυναγώνιστης ομορφιάς

29

Commodity

[komOditi] ουσ. αγαθό, εμπορεύσιμο αντικείμενο πρακτικής χρησιμότητας ή αξίας, "είδος": household commodities οικιακά είδη § spare time is a precious commodity for me ο ελεύθερος χρόνος είναι είδος πολυτελείας για εμένα # (διαπραγματεύσιμο) εμπόρευμα: commodities market χρηματιστήριο εμπορευμάτων # (αναλώσιμο) προϊόν # ΦΡ. commodity price index οικον. δείκτης τιμών χονδρικής πώλησης (αναλωσίμων) § basic / primary commodity οικον. βασικό (αναλώσιμο) προϊόν § staple commodities οικον. είδη πρώτης ανάγκης

30

Spawn

[spOon] ουσ. αυγά ή γόνος (ψαριών ή βατράχων) # μυκήλιο(ν) (μύκητα)

[spOon] ρ. (για ψάρια ή βατράχους) ωοτοκώ # μτφ. αβγατίζω, πληθαίνω

31

Lucrative

[LUukrativ] επίθ. επικερδής, κερδοφόρος, προσοδοφόρος: lucrative business προσοδοφόρα επιχείρηση