Words #3 Flashcards Preview

English > Words #3 > Flashcards

Flashcards in Words #3 Deck (15):
1

Court

[kOort] ουσ. δικαστήριο: I appeared in court εμφανίστηκα στο δικαστήριο # το σύνολο των προσώπων που παρίστανται σε δικαστήριο, "ακροατήριο": silence in the court! ησυχία εις το ακροατήριον! # ο δικαστής ή οι δικαστές, "η έδρα": if it please the c! με την άδεια της έδρας! # συνεδρίαση δικαστηρίου, δικαστήριο σε συνεδρίαση: I'll see you at court θα τα πούμε στο δικαστήριο # (ενίοτε με κεφ.:) ανάκτορο, κν. παλάτι: the court of St James το ανάκτορο του Αγ. Ιακώβου # (συν. ενάρθρως:) βασιλική αυλή: he was received in many courts of Europe έγινε δεκτός σε πολλές βασιλικές αυλές της Ευρώπης # (εσωτερική) αυλή, (εσωτερικό) προαύλιο # γήπεδο αθλοπαιδιάς: tennis court γήπεδο του τένις # ΦΡ. court card "φιγούρα" τράπουλας § court circular ανακτορική εγκύκλιος ή κίνηση § court crier κλητήρας δικαστήριου § court house δικαστικό μέγαρο § court martial στρατοδικείο δικαστηρίου § admiralty court ναυτοδικείο, δικαστήριο του ναυαρχείου § clear the court εκκενώνω αίθουσα δικαστηρίου § clerk of the court γραμματέας ή πρακτικογράφος δικαστήριου § contempt of court προσβολή δικαστηρίου § day in court δικάσιμος (ημέρα) § friend at court, a (ελεύθερη απόδοση:) μπάρμπας στην Κορώνη, γνωστός ή φίλος με επιρροή) § full-court press αθλοπ. 1. πρεσάρισμα, στενό μαρκάρισμα > 2. κυνήγι της μπάλας § High court ανώτατο δικαστήριο, "’ρειος Πάγος" § in the open court επ' ακροατηρίω § industrial court δικαστήριο επίλυσης εργατικών διαφορών § police court αυτόφωρο πταισματοδικείο § rule of court απόφαση δικαστηρίου § tennis court αθλοπ. γήπεδο του τένις § verge of a court δικαιοδοσία δικαστηρίου § ward of court πρόσωπο υπό δικαστική αντίληψη

[kOort] ρ. (απαρχ.) (ως άνδρας:) ερωτοτροπώ, κορτάρω, φλερτάρω, "πολιορκώ": I've been courting her for years τη φλερτάριζα επί χρόνια # (απαρχ.) διάγω περίοδο (δοκιμαστικής) μνηστείας: the newlyweds had been courting for a year οι νεόνυμφοι ήταν λογοδοσμένοι επί ένα έτος # μτφ. επιζητώ την εύνοια προσώπου, προσπαθώ να γίνω αρεστός, καλοπιάνω: he has been courting the general manager, hoping to get a promotion καλοπιάνει το γενικό διευθυντή ελπίζοντας να πάρει προαγωγή # ΦΡ. court danger ριψοκινδυνεύω, "πάω γυρεύοντας"

2

Vague

[vEig] επίθ. ασαφής, αόριστος: vague answers αόριστες απαντήσεις § vague picture ασαφής εικόνα § I haven't the vaguest idea δεν έχω την παραμικρή ιδέα # στερούμενος ακρίβειας, "αδρός", "χονδρικός": vague estimate χονδρική εκτίμηση # (για πρόσωπα:) 1. που δεν έχει σχηματίσει σαφή ιδέα, αβέβαιος: I'm vague about his intentions δεν γνωρίζω ποιές ακριβώς είναι οι προθέσεις του > 2. που δείχνει έλλειψη συγκέντρωσης ή αφηρημάδα, "αόριστος": vague smile αόριστο χαμόγελο § vague gesture αόριστη χειρονομία # αμυδρός: vague outline of a ship αμυδρό περίγραμμα ενός πλοίου

3

Tentative

[tEntativ] επίθ. δοκιμαστικός, ανιχνευτικός, διερευνητικός: tentative plan διερευνητικό σχέδιο # διστακτικός, αβέβαιος: tentative movements διστακτικές κινήσεις # προκαταρκτικός: tentative enquiries προκαταρκτικές διερευνήσεις

προσωρινός, δοκιμαστικός.

4

Sovereign

[sOvrin] ουσ. ανώτατος άρχων, ηγεμόνας, μονάρχης # ιστ. χρυσή λίρα # επίθ. ηγεμονικός: sovereign rights ηγεμονικά δικαιώματα # κυρίαρχος: sovereign body κυρίαρχο σώμα # ύπατος, υπέρτατος: sovereign good υπέρτατο αγαθό

5

Charter

[tshAarter] ουσ. ιδρυτικός ή καταστατικός χάρτης: charter member ιδρυτικό μέλος # ναύλωση μεταφορικού μέσου, κν. τσάρτερ: charter flight ναυλωμένη πτήση, κν. πτήση τσάρτερ # ΦΡ. charter of the United Nations, the ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών § charter-party ναυλοσύμφωνο

[tshAarter] ρ. ιδρύω με καταστατικό: the company was chartered in 1971 η εταιρία ιδρύθηκε το 1971 # ναυλώνω: chartered plane ναυλωμένο αεροσκάφος

6

Seal

[sIil] ουσ. σφραγίδα, κν. βούλ(λ)α, στάμπα: bear the seal of.. φέρω τη σφραγίδα του.., έχω όλα τα γνωρίσματα του.. § affix / append / set a seal to.. θέτω/βάζω σφραγίδα σε.. # μηχ. στεγανωτικό παρέμβυσμα, κν. τσιμούχα: rubber seal ελαστικό παρέμβυσμα # (το ζώο:) φώκια: seal fishery αλιεία ή κυνήγι φώκιας # ΦΡ. seal of Confession, the το Απαραβίαστο της Εξομολόγησης § seal ring 1. σφραγιδόλιθος > 2. μηχ. στεγανωτικός δακτύλιος, κν. τσιμούχα § seal-brown βαθυκάστανος § set the seal on.. επισφραγίζω τον..

[sIil] ρ. (επι) σφραγίζω, κν. "σταμπάρω": he sealed the passport and handed it over to.. σφράγισε το διαβατήριο και το παρέδωσε σε.. # κλείνω ερμητικά, στεγανοποιώ, "σφραγίζω": seal a bottle σφραγίζω φιάλη # επαλείφω με στεγανωτικό ή προστατευτικό υλικό, στεγανοποιώ: seal a roof στεγανοποιώ οροφή # ορίζω, κρίνω: seal sb.'s fate ιδ. προδικάζω/ορίζω την τύχη κάποιου # ΦΡ. seal up στεγανοποιώ, σφραγίζω § sealed doom σίγουρη καταδίκη, σίγουρο κακό τέλος

7

Revive

[rivAiv] ρ. αναζωογονώ, ξαναζωντανεύω, κν. συνεφέρω: I tried to revive him with artificial respiration προσπάθησα να τον συνεφέρω με τεχνητή αναπνοή § revive old customs ξαναζωντανεύω παλαιά έθιμα # παρουσιάζω θεατρικό έργο παλαιότερης εποχής

8

Downfall

[DAunfol] ουσ. πτώση, ξεπεσμός: Downfall of an empire Πτώση αυτοκρατορίας # νεροποντή

9

Godly

[gOdli] ουσ. ευσεβής, θεοσεβούμενος, θρήσκος

10

Assembly

[esEmbli] ουσ. συνέλευση, σύνοδος: legislative assembly νομοθετική συνέλευση § permanent assembly μόνιμη σύνοδος # συνάθροιση, σύναξη, ομήγυρη: he addressed the assembly προσαγόρευσε την συνάθροιση # συγκέντρωση: unlawful assembly παράνομη συγκέντρωση # μηχ. 1. συναρμολόγηση, μοντάρισμα: they proceeded to the assembly of the aircraft προχώρησαν στη συναρμολόγηση του αεροσκάφους > 2. ενιαίο σύνολο, "σύστημα", "συναρμογή": brake assembly συναρμογή φρένων # ΦΡ. assembly line " αλυσίδα" συναρμολόγησης § assembly room αίθουσα συναθροίσεων § deliberative assembly κοινοβουλευτική συνέλευση § freedom of assembly νομ. δικαίωμα του συνέρχεσθαι § General assembly Γενική Συνέλευση § National assembly Εθνική Συνέλευση, Εθνοσυνέλευση § open assembly δημόσια συνέλευση

11

Scrap

[skrAp] ουσ. άχρηστο τεμάχιο, απόκομμα, "ρετάλι": worthless scrap of paper παλιόχαρτο # κομματάκι, τεμαχίδιο, μικροποσότητα, "ίχνος", μόριο, "στάλα": tea without a scrap of sugar τσάι χωρίς ίχνος ζάχαρης # καυγάς, τσακωμός: I've had a scrap with my wife τσακώθηκα με τη γυναίκα μου # (πληθ.) αποφάγια: I gave the scraps to the dog έδωσα τα αποφάγια στο σκυλί # ΦΡ. scrap heap σωρός απορριμμάτων § scrap iron παλιοσιδερικά § scrap merchand έμπορος παλαιοσιδηρικών ή άχρηστων υλικών § scrap yard "μάντρα" αχρήστων/παλαιοσιδηρικών § catch scraps of a conversation (ελεύθερη απόδοση:) πιάνει τ' αυτί μου σκόρπιες φράσεις συνομιλίας, ακούω μέσες-άκρες § little scrap of a man, a ανθρωπάριο, υποψία ανθρώπου § not a scrap ούτε ίχνος

[skrAp] ρ. απορρίπτω, "πετώ": I told him to scrap the old ticket του είπα να πετάξει το παλιό εισιτήριο # αχρηστεύω, βγάζω σε αχρηστία, πετώ στα άχρηστα: you'll scrap the car in these roads θα βγάλεις το αυτοκίνητο σε αχρηστία σ' αυτούς τους δρόμους # βάζω κατά μέρος, εγκαταλείπω, ματαιώνω: scrap a plan εγκαταλείπω σχέδιο

Αρχείο αποκομμάτων.

12

Foe

[fOu] ουσ. (απαρχ.) εχθρός, αντίπαλος, πολέμιος: foe of.. πολέμιος του.. # ΦΡ. dearest foe ιδ. άσπονδος φίλος

13

Abolishion

[eboLIshn] ουσ. κατάργηση, κατάλυση: abolition of a law κατάργηση νόμου # (με κεφαλαίο:) κατάργηση της δουλείας στις ΗΠΑ

14

Meadow

mEdou] ουσ. λειβάδι, λειμώνας

15

Mundane

mAndein] επίθ. πεζός, άχαρος, κοινότοπος, ανιαρός: mundane life άχαρη ζωή § dishwashing is a mundane task η λάντζα είναι ανιαρή δουλειά…