Ch4 26/2/14 page 86-87 Flashcards Preview

English > Ch4 26/2/14 page 86-87 > Flashcards

Flashcards in Ch4 26/2/14 page 86-87 Deck (88):
1

αναζωογονητικός

refreshing

2

αναζωογόνηση, ανανέωση

refreshment

3

υποδέχομαι

greet

4

επευφημίες, ζητωκραυγές

cheering

5

χαρωπός, πρόσχαρος

cheerful

6

απρόθυμος

unwilling

7

ισχυρογνώμων, πεισματάρης

wilful

8

προθυμία

willingness

9

άτομο εθισμένο σε κτ

addict

10

εθιστικός

addictive

11

εθισμός

addiction

12

κρατικοποιώ

nationalize

13

δικαιόχρηση, παραχώρηση αποκλειστικού προνομίου

franchise

14

έκθεση

exhibition

15

εκθέτης

exhibitor

16

κατανοητός

understandable

17

που δείχνει κατανόηση

understanding

18

παρεξηγημένος

misunderstood

19

αυτός που επικοινωνεί/ μεταδίδει κάτι σε άλλους

communicator

20

άτομο που αμφισβητεί, που δεν εμπιστεύεται

doubter

21

αναμφισβήτητος

undoubted

22

ειδικότητα

specialty

23

ειδίκευση, εξειδίκευση

specialization

24

ειδικευμένος

specialized

25

διαπραγματεύομαι

negotiate

26

που τον σέβονται

respected

27

εμπορεύμαι

deal

28

διατηρώ

preserve

29

κάνω κράτηση, κλείνω

reserve

30

παρατηρώ

observe

31

εξοικονομώ, δεν σπαταλώ

conserve

32

γλωσσάρι

glossary

33

δρομολόγιο

itinerary

34

περίληψη

summary

35

ειδοποιώ

notify

36

σημαίνω, εννοώ, δείχνω

signify

37

κατέχω τα απαραίτητα προσόντα για κατι

qualify

38

παραποιώ, διαστρεβλώνω, νοθεύω

falsify

39

απώλεια, φθορά

wastage

40

έλλειψη

shortage

41

αποθήκευση

storage

42

σταμάτημα, διακοπή

stoppage

43

υπεράνω των προσδοκιών

above expectations

44

διαφημησμένος

publicized

45

διαφήμηση

publicity

46

υποχρεωμένος

obliged

47

εξυπηρετικός, περιποιητικός

obliging

48

υποχρεωτικός

obligatory

49

υποχρέωση

obligation

50

που μπορεί να απασχοληθεί/ να εργαστεί

employable

51

εντυπωσιακός

impressive

52

που επηρεάζεται εύκολα

impressionable

53

ειδικός

specialist

54

εμπόριο

commerce

55

εμπορικός

commercial

56

εμπορευματοποιώ

commercialize

57

εμπορικοποιήση

commercialism

58

ασφαλίζω

insure

59

ηλεκτροδοτώ

electrify

60

διάκριση, άνιση μεταχείρηση

discrimination

61

οξυδερκής, που μπορεί να κρίνει σωστά

discriminating

62

προκατειλημμένος, που κάνει διακρίσεις

discriminatory

63

κανονίζω, ρυθμίζω

regulare

64

ρυθμιστής, ρυθμιστικό στοιχείο

regulator

65

δεσμεύω

commit

66

αφοσιωμένος

committed

67

επεξεργάζομαι σε μηχάνημα

machine

68

μηχανοποιώ

mechanize

69

μηχανική

mechanics

70

μηχανοποιήση

mechanization

71

μηχανουργός

machinist

72

μηχανοποιημένος

mechanized

73

χρηματοδοτώ, ενεργώ ως χορηγός

sponsor

74

αδιάφορος

disinterested

75

διαφορετικός

dissimilar

76

κακόφημος

disreputable

77

που δείχνει έλλειψη πίστης ή αφοσίωσης

disloyal

78

συμβατικός

conventional

79

σχετικός με τη συνομιλία

conversational

80

που αναφέρεται σε ιδρύματα

institutional

81

διακοσμητικός

ornamental

82

πόροι

resources

83

ανασφαλής

insecure

84

ανεπαρκής

inadequate

85

που ανοίγει την όρεξη

appetizing

86

ευρηματικός

enterprising

87

επικείμενος

impending

88

που επικρατεί

prevailing