Greek NT very rare pt 6 (appears 1-4 times) Flashcards Preview

Greek > Greek NT very rare pt 6 (appears 1-4 times) > Flashcards

Flashcards in Greek NT very rare pt 6 (appears 1-4 times) Deck (500):
1

νομίμως

lawfully

2

φειδομένως

sparingly

3

εὐσεβῶς

in a godly way

4

Ἑλληνιστί

in the Greek language

5

ἔνθεν

to there, thereupon, from that point

6

ἔκπαλαι

for a long time

7

πέρυσι

a year ago

8

ἀνόμως

lawlessly

9

ἀνώτερος

higher, upper

10

μήπω

not yet

11

ἀποτόμως

severely

12

μάτην

futile, purposeless, vainly

13

μηδαμῶς

by no means

14

τάχα

perhaps

15

ὑπερλίαν

outstanding, special

16

ἀμέμπτως

blamelessly

17

πικρῶς

bitterly

18

εὐκαίρως

when convenient, opportunely

19

ἐκεῖσε

there

20

ἀτάκτως

in idleness

21

συντόμως

briefly

22

ἡνίκα

when

23

καίτοι

yet, and yet, although

24

τοιγαροῦν

therefore, then

25

διόπερ

therefore, therefore indeed

26

εἵνεκεν

on account of, because of, for the sake of

27

ἐντός

(+gen) within, inside

28

ἔναντι

(+gen) before

29

ἄγε

come! go!

30

Μυσία

Mysia

31

ἀγνωσία

ignorance

32

Ἑλληνίς

Greek woman

33

Πάφος

Paphos

34

ὀφθαλμοδουλία

service to impress

35

μήτρα

womb, matrix

36

ἔκβασις

end, result, way of escape

37

ἶρις

rainbow, iris plant

38

καταστροφή

ruin, destruction

39

σμύρνα

myrrh

40

παλιγγενεσία

regeneration

41

κατασκήνωσις

building, nest

42

Εὕα

Eve

43

κλάσις

breaking

44

ἐνέδρα

ambush, plot

45

ἅλων

floor, threshing-floor

46

συστροφή

uproar, band, conspiracy

47

συνοχή

distress

48

ἑρμηνεία

interpretation, explanation, translation

49

κατάκρισις

condemnation

50

καταλαλιά

slander

51

παροικία

staying as a stranger

52

στρατιά

army

53

ἀδελφότης

brotherhood

54

ὀρεινός

hill, mountain

55

φρήν

mind, understanding

56

καινότης

newness

57

φανέρωσις

disclosure, manifestation

58

κόλασις

punishment

59

ὀπή

cave, hole, opening

60

εὐεργεσία

service, act of kindness

61

ἐπίστασις

pressure, burden, stirring up

62

Μεσοποταμία

Mesopotamia

63

ἐπιείκεια

kindness, forbearance

64

ξενία

hospitable, friendly gift, guest room

65

μεσημβρία

noon, south

66

ἀκρασία

excess

67

κατάσχεσις

possession

68

ἀποβολή

loss

69

ἐφημερία

division

70

ὁδοιπορία

traveling, journey

71

χρῆσις

use, profit

72

μεθοδεία

trickery, deceit

73

ἐπιπόθησις

longing

74

ἀγγελία

message

75

ὀδύνη

pain, sorrow

76

πρεσβεία

embassy, embassador, messenger

77

φήμη

report

78

εὐκαιρία

opportune moment

79

πεῖρα

attempt

80

Καππαδοκία

Caphtor, Cappadocia

81

ὁμοιότης

likeness

82

ἄνοια

madness

83

θυρίς

window

84

ἐπισυναγωγή

assembly, gathering

85

νομή

pasture

86

ὀργυιά

fathom

87

ἔννοια

intent, conception

88

ἑνότης

unity

89

ἐντροπή

shame

90

Κεγχρεαί

Cenchrea

91

ἔντευξις

prayer, petition

92

Λυδία

Lydia

93

ὄρνις

bird, rooster (m), hen (f)

94

ὀθόνη

large cloth

95

Βέροια

Berea

96

εὐλάβεια

reverence, caution

97

δόσις

giving

98

Σαλώμη

Salome

99

ὁρμή

rushing, assault

100

ἀνακαίνωσις

renewal

101

βεβαίωσις

confirmation

102

βοήθεια

help

103

σιγή

silence

104

σιαγών

cheek, jaw

105

κενοφωνία

foolish talk

106

φρόνησις

wisdom

107

πυρά

burning pile, fire

108

ἀπόλαυσις

enjoyment

109

ὑπεροχή

height, authoritativeness, dignity

110

μόρφωσις

outward form

111

Σμύρνα

Smyrna

112

Ἀραβία

Arabia

113

κλοπή

theft

114

ἀποδοχή

acceptance

115

ἀπόθεσις

removal

116

Σαλήμ

Salem

117

ἀπογραφή

registration, list, enrollment

118

Σαμαρῖτις

Samaritan (f)

119

Χανάαν

Canaan

120

γενεαλογία

genealogy

121

βροχή

rain

122

Ἰωάννα

Joanna

123

Ἁγάρ

Hagar

124

ἀποκαραδοκία

eager expectation

125

ἀγρυπνία

watching

126

χοῖνιξ

measure (quart-sized)

127

κεραία

small stroke (of a letter)

128

Ἆσσος

Assos

129

ἀσχημοσύνη

shameless act

130

νέκρωσις

death

131

φαρμακεία

sorcery

132

εὐφροσύνη

joy, merriment

133

ἐπαρχεία

province

134

ὑστέρησις

need, want

135

Συχέμ

Shechem

136

ἀνθρακιά

charcoal fire

137

ῥαφίς

Rab-saris (Heb. chief officer), needle

138

ἀγριέλαιος

wild olive tree

139

προφῆτις

prophetess

140

ὕσσωπος

hyssop

141

Χοραζίν

Chorazin

142

λογεία

contribution

143

ἁφή

joint, infection, wound

144

ἀποστασία

apostasy, rebellion

145

τελείωσις

completion, fulfillment

146

οὐσία

property

147

πρωΐα

early morning, in the morning

148

φιλοξενία

hospitality

149

ἀτμίς

vapor, mist, smoke

150

κυρία

lady, master (fem)

151

ἀνοχή

forbearance

152

ταλαιπωρία

misery, misery

153

αὐτάρκεια

self-sufficiency

154

αὔξησις

increase

155

φιλανθρωπία

kindness, love of mankind

156

διχοστασία

division, dissension

157

Δορκάς

Dorcas

158

πολιτεία

citizenship

159

πορεία

journey

160

δικαίωσις

justification

161

διαταγή

decree, ordinance

162

ψευδομαρτυρία

false testimony

163

δοχή

banquet, reception

164

πνοή

wind

165

πρασιά

garden-bed, group

166

ἀλαζονεία

boasting

167

διετία

two years

168

Ταβιθά

Tabitha

169

ἀθέτησις

nullification, removal

170

περικεφαλαία

helmet

171

ἱερατεία

priestly office, priesthood

172

Πέργαμος

Pergamos

173

λίτρα

pound (weight)

174

ἀποτομία

severity

175

πρόγνωσις

foreknowledge, forechoice

176

ἀξίνη

axe

177

ὠφέλεια

advantage, gain

178

ὑποτύπωσις

pattern

179

Φιλαδέλφεια

Philadelphia

180

τρυφή

dainty, delight, luxury, self-indulgence

181

ἐπιχορηγία

supply, support

182

νάρδος

oil of nard

183

ἁγνεία

purity

184

Ῥαάβ

Rahab

185

πτῶσις

fall, disaster, carcass

186

ἁγνότης

purity

187

χλαμύς

cloak

188

χιών

snow

189

Σπανία

Spain

190

ὁσιότης

holiness

191

ὕπαρξις

possession, property

192

τελειότης

completeness

193

Χαρράν

Haran

194

ἄγρα

a catch

195

πρόνοια

provision, care

196

χολή

gall, gall bladder

197

προσδοκία

expectation

198

στρατεία

warfare, fight

199

μονή

room, place to live

200

ἀντιμισθία

recompense

201

πρῷρα

bow (of a boat)

202

μερισμός

division, distribution

203

λοίδορος

abusive, slanderer

204

Ὑμέναιος

wedding song, Hymenaeus

205

Μαθθάτ

Matthat

206

ὑβριστής

insolent person

207

Ἰωσαφάτ

Jehosaphat

208

λιβανωτός

frankincense, censer

209

Καναναῖος

Cananaean (Zealot)

210

λογισμός

thought, deliberation, reasoning

211

ῥαντισμός

sprinkling

212

κοδράντης

quadrans (copper coin)

213

χοῦς

soil, dust

214

χαλινός

bit, bridle

215

φωτισμός

light

216

φωλεός

hole, den

217

φωστήρ

light, star

218

ψευδόχριστος

false Christ

219

λίβανος

frankincense

220

Γαμαλιήλ

Gamaliel

221

φθόγγος

sound

222

κυβερνήτης

leader, navigator

223

Αἰθίοψ

Ethiopian

224

Σαλά

Shelah

225

φάγος

glutton

226

παραπικρασμός

provocation

227

πάγος

frost, Areopagus (with AREIOS)

228

Σαδώκ

Zadok

229

Ἀβιούδ

Abiud

230

φοῖνιξ

palm tree, palm branch

231

Κρίσπος

Crispus

232

Ἅγαβος

Agabus

233

Κρής

Cretan

234

ἐμπαίκτης

mocker

235

Ὀνήσιμος

Onesimus

236

Σαλμών

Salmon

237

Ὀνησίφορος

Onesiphorus

238

ῥαβδοῦχος

policeman, jailer

239

συστρατιώτης

fellow-soldier

240

Νικολαΐτης

Nicolaitans

241

Ὀζίας

Uzziah

242

φάρμακος

sorcerer

243

ὀδυρμός

mourning, lamentation

244

Ἄρχιππος

Archippus

245

πολιτάρχης

city ruler, official

246

ἔριφος

goat

247

παροξυσμός

sharp disagreement, encouragement

248

πρόγονος

parent

249

ἀρχάγγελος

archangel

250

προσαίτης

beggar

251

ἐνταφιασμός

preparation for burial

252

Πόντος

Pontus

253

ὕαλος

crystal-stone, glass

254

παιδευτής

instructor, corrector

255

μέθυσος

drunkard

256

τάραχος

trouble, confusion

257

Ταρσεύς

person from Tarsus

258

Μελχί

Melchi

259

Τέρτυλλος

Tertullus

260

Ματθάν

Matthan

261

Ματταθίας

Mattithiah, Mattathias

262

Ῥοβοάμ

Rehoboam

263

θεριστής

reaper

264

Σωσθένης

Sosthenes

265

ἀνάπειρος

a cripple

266

κιθαρῳδός

harpist

267

ἀγοραῖος

loafer

268

τρίβολος

briar, thistle

269

Μαθθίας

Matthias

270

λοιμός

pestilence, pestilent

271

Λυσίας

Lysias

272

τόκος

childbirth, offspring, produce, interest

273

σπίλος

stain

274

στεναγμός

groaning

275

Ἀσήρ

Asher

276

Ἑρμῆς

Hermes

277

βουλευτής

counselor

278

πάροινος

drunkard

279

Θαδδαῖος

Thaddaeus

280

μίσθιος

hired laborer

281

Μιχαήλ

Michael

282

Ἑζεκίας

Hezekiah

283

κλίβανος

oven, furnace

284

ψευδάδελφος

false brother

285

Πόπλιος

Publius

286

οἰκιακός

member of a household

287

Ἐλιούδ

Eliud

288

κρύσταλλος

crystal, ice

289

Ἰωσίας

Josiah

290

δικαστής

judge

291

δεσμώτης

prisoner

292

Εὐφράτης

Euphrates

293

ἧλος

nail

294

Θεόφιλος

Theophilus

295

ἀρσενοκοίτης

male homosexual

296

Ῥοῦφος

Rufus

297

Ζεύς

Zeus

298

Ἐπαφρόδιτος

Epaphroditus

299

κλύδων

wave, raging water

300

Μεσσίας

Messiah

301

ὕμνος

hymn, praise song

302

Ἀζώρ

Azor

303

Ἐλεάζαρ

Eleazar

304

Ἀράμ

Aram, Ram

305

καθηγητής

teacher, leader

306

πορισμός

gain, profit

307

Αἰνέας

Aeneas

308

ὦμος

shoulder

309

Ἀλεξανδρεύς

Alexandrian

310

τέκτων

carpenter, craftsman

311

τίτλος

inscription

312

ἀλαζών

boaster, boastful

313

αἶνος

praise

314

ἄψινθος

wormwood

315

συνέκδημος

traveling partner

316

ἀναβαθμός

stairs

317

ψευδόμαρτυς

false witness

318

Ἰουδαϊσμός

Judaism

319

χρεοφειλέτης

debtor

320

ἀφεδρών

latrine

321

Βαρσαββᾶς

Barsabbas

322

οἰνοπότης

wine-drinker, drunkard

323

Γαβριήλ

Gabriel

324

Βόες

Boaz

325

βουνός

hill, high place

326

βορρᾶς

north

327

Ἀσάφ

Asaph

328

Ἀχάζ

Ahaz

329

αὐλητής

flute player

330

Ἰεχονίας

Jehoiachin (Jeconiah)

331

ἱλασμός

propitiation, means of forgiveness

332

καρδιογνώστης

knower of the heart

333

Λούκιος

Lucius

334

πράκτωρ

officer, ruler

335

Ἀχίμ

Achim

336

Ἰάϊρος

Jairus

337

Ἱεροσολυμίτης

Jerusalemite

338

Ἰωράμ

Joram

339

πλήκτης

a violent person

340

Ἰούλιος

Julius

341

Ἰωαθάμ

Jotham

342

ἱππεύς

cavalryman, horseman

343

Καϊνάμ

Cainan

344

περιβόλαιον

cloak, covering

345

καῦμα

heat

346

πόμα

drink

347

γλωσσόκομον

box, money bag

348

κεφάλαιον

main point, summary, capital

349

ῥάκος

piece of cloth, rag

350

κρέας

meat

351

κλινίδιον

cot, stretcher

352

ὄμμα

eye

353

ποίημα

a created thing, deed

354

ἐνέργημα

operation

355

ἄχυρον

straw, chaff

356

γενέσια

birthday

357

ψιχίον

small crumb

358

κρίνον

lily

359

ἀσσάριον

assarion (copper coin)

360

φάντασμα

ghost

361

σχῆμα

form, outward form

362

σκῆνος

tent

363

κατοικητήριον

house, dwelling place

364

ὑποζύγιον

donkey

365

οἰκητήριον

dwelling

366

ἥττημα

defeat

367

ἀνταπόδομα

repayment

368

σανδάλιον

sandal

369

ἀντάλλαγμα

something as an exchange, item for exchange

370

ἔγκλημα

charge, accusation

371

κεράμιον

jar, earthen vessel

372

δίδραχμον

two-drachma coin

373

σχοινίον

rope

374

τρύβλιον

bowl, cup

375

θυγάτριον

little daughter

376

ὠτάριον

ear

377

πέλαγος

depths, open sea

378

σάρδιον

sardius, carnelian

379

σύμφορος

advantageous

380

συμπόσιον

party, banquet, group

381

ὀφείλημα

debt

382

λίνον

linen

383

ἰχθύδιον

little fish

384

ἡδύοσμον

mint

385

πηδάλιον

rudder

386

δώρημα

gift

387

χαλκολίβανον

fine bronze

388

Γεθσημανί

Gethsemane

389

ζεῦγος

pair, team

390

ἱεράτευμα

priesthood

391

σέβασμα

object or place of worship

392

σάτον

saton (dry measure)

393

ἀνάγαιον

upstairs room

394

πτύον

winnowing fork

395

πτερύγιον

wing, edge, highest point

396

λέντιον

towel

397

θαῦμα

wonder, miracle

398

ἄλευρον

meal

399

δοκίμιον

test, act of testing

400

λύτρον

ransom

401

φέγγος

light

402

ἔριον

wool

403

ἔσοπτρον

mirror

404

βραβεῖον

prize

405

ὕψωμα

height, exaltation

406

ἱλαστήριον

propitiation, place of forgiveness

407

λουτρόν

washing, washing place

408

ἐλωΐ

Eloi (Aram. my God)

409

ῥαββουνί

Rabbi (Aram. my teacher)

410

σαβαχθάνι

(Aram.) you have abandoned me

411

Σαβαώθ

sabaoth (Heb.) of hosts, armies

412

ἠλί

eli (Aram. my God)

413

λεμά

lema (Aram. why?)

414

ἄτερ

(+gen) without

415

πηλίκος

how great

416

δύνω

to set

417

συκοφαντέω

to slander, cheat

418

συμπάσχω

to suffer together

419

ἀνασπάω

to pull out, bring up

420

βλάπτω

to harm

421

συναθλέω

to work together with

422

συμβασιλεύω

to reign with

423

ἀφρίζω

to foam

424

ἀποκυέω

to bear young, bring forth

425

ἀνταποκρίνομαι

to answer again

426

σπαργανόω

to wrap in baby cloths

427

ῥαπίζω

to strike

428

καταδουλόω

to enslave

429

βυθίζω

to sink

430

σοφίζω

to give wisdom, make wise

431

γελάω

to laugh

432

καμμύω

to close

433

ὑποπλέω

to sail under shelter of

434

στέλλω

to journey, to avoid

435

σπένδω

to pour out as a drink-offering

436

ἐξανατέλλω

to cause to spring up, spring up

437

ἀφοράω

to look away, look up to

438

συγκαθίζω

to sit together

439

μεταίρω

to depart, remove, carry off

440

αὔξω

to grow, spread

441

συναντιλαμβάνομαι

to assist, help

442

γηράσκω

to be old, grow old

443

αὐλίζομαι

to lodge, spend the night

444

συγκεράννυμι

to mix together, unite

445

στρηνιάω

to live in sensuality

446

συμπαθέω

to have sympathy for

447

ἀνατίθημι

to lay upon, ascribe, dedicate

448

ἀνασείω

to stir up

449

προβάλλω

to put forth

450

ἀναλύω

to set free, return, separate, unravel

451

δεκατόω

to collect tithes, pay tithes

452

φορτίζω

to burden

453

παραβιάζομαι

to defy, to press, to persuade

454

ἀνακεφαλαιόω

to sum up, bring together

455

μετοικίζω

to move, send off, deport

456

ἀγαθοεργέω

to do good

457

μακαρίζω

to bless, call happy

458

κατακλείω

to shut up

459

ὑπερπερισσεύω

to increase more

460

ἀνοικοδομέω

to rebuild, restore, repair

461

ὑποχωρέω

to withdraw

462

μετάγω

to guide, direct

463

ὑπωπιάζω

to wear out, treat severely

464

ὑποτίθημι

to put under, to risk, to point out

465

ἀνευρίσκω

to discover, seek

466

κατακλάω

to break

467

καταστρέφω

to overthrow

468

χορηγέω

to supply

469

βραδύνω

to delay, go slowly, be negligent

470

καταποντίζω

to throw into the sea, sink

471

συγκακοπαθέω

to share in suffering

472

ψηφίζω

to figure out, count

473

ἑτεροδιδασκαλέω

to teach different doctrine

474

βεβηλόω

to desecrate, profane

475

ἐκτρέφω

to nourish, raise

476

καταχέω

to pour

477

ἀνακαθίζω

to sit up

478

ἀναζάω

to come back to life

479

κατατίθημι

to lay, place

480

παραινέω

to advise, exhort

481

ἐπιφώσκω

to dawn

482

καταφεύγω

to flee

483

χαριτόω

to be gracious, be favored, bestow on freely

484

σύνοιδα

to know, to share knowledge, be aware of

485

σωρεύω

to heap

486

ἀναλόω

to consume, destroy

487

δυναμόω

to strengthen

488

ἀποχωρίζω

to separate

489

ἀναφαίνω

to appear

490

ἀδυνατέω

to be impossible

491

σχολάζω

to be empty, to be idle, to devote oneself to

492

συσχηματίζω

to conform to

493

σπαταλάω

to live in luxury

494

διαπρίω

to be furious

495

ἀποτινάσσω

to shake off

496

συνεισέρχομαι

to go in with

497

σύνειμι

to be present (sum)

498

συστέλλω

to humilate, subdue, to wrap up

499

συνθάπτω

to bury with

500

συνθλάω

to break, shatter