Greek Vocabulary for GCSE (201-363 μηδέποτε to ὤστε) Flashcards Preview

Greek Vocabulary for GCSE > Greek Vocabulary for GCSE (201-363 μηδέποτε to ὤστε) > Flashcards

Flashcards in Greek Vocabulary for GCSE (201-363 μηδέποτε to ὤστε) Deck (164):
1

1

μηδέποτε

never

2

μήτε... μήτε...

neither...nor

3

μήτηρ, μητρός, ἡ

mother

4

μικρός, μικρά, μικρόν

small, little

5

μισέω, μισήσω, εμίσησα, ἐμισήθην

I hate

6

μόνον

only

7

μόνος, μόνη, μόνον

alone, only

8

μῶρος, μώρα, μῶρον

stupid, foolish

9

ναῦς, νεώς (irreg), ἡ

ship

10

ναύτης, ναύτου, ὁ

sailor

11

ναυτικόν, ναυτικοῦ, τό

fleet

12

νεανίας, νεανίου, ὁ

young man

13

νεκρός, νεκροῦ, ὁ

corpse

14

νέος, νέα, νέον

new, young, recent

15

νῆσος, νήσου, ἡ

island

16

νικάω, νικήσω, ἐνίκησα, ἐνικήθην

I win, conquer

17

νίκη, νίκης, ἡ

victory

18

νομίζω, νομιῶ, ἐνόμισα

I think, consider

19

νόμος, νόμου, ὁ

law, custom

20

νόσος, νόσου, ἡ

disease, illness

21

νῦν

now

22

νύξ, νυκτός, ἡ

night

23

ξένος, ξένου, ὁ

stranger, foreigner; guest, host; friend

24

ξίφος, ξίφους, τό

sword

25

ὁ, ἡ, τό

the

26

ὅδε, ἥδε, τόδε

this

27

ὁδός, ὁδοῦ, ἡ

road, path, way; journey

28

οἶδα

I know

29

οἰκία, οἰκίας, ἡ

house, home

30

οἷός τ' εἰμί

I am able, I can

31

ὀκτώ

eight

32

ὀλίγοι, ὀλίγαι, ὀλίγα

few

33

ὀλίγος, ὀλίγη, ὀλίγον

small, little

34

ὄνομα, ὀνόματος, τό

name

35

ὅπλα, ὅπλων, τά

weapons, arms, armour; gear, tackle

36

ὁράω, ὄѱομαι, εἶδον, ὤφθην

I see

37

ὀργίζομαι, ὀργιοῦμαι, ὠργίσθην

I grow angry (with +dat.)

38

ὄρος, ὄρους, τό

hill, mountain

39

ὅς, ἥ, ὅ

who, which

40

ὅτι

that, because

41

οὐ, οὐκ, οὐχ, οὐχι

not

42

οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν

no one, nothing, no

43

οὐδέποτε

never

44

οὖν

therefore, and so

45

οὔτε... οὔτε

neither...nor

46

οὗτος, αὕτη, τοῦτο

this

47

οὕτω(ς)

thus, so, in this way

48

παῖς, παιδός, ὁ, ἡ

child, son, daughter, boy, girl

49

παρά

from (+gen.); with (+dat.); to (motion), contrary to (+acc.)

50

παρασκευάζω, παρασκευάσω, παρεσκεύασα, παρεσκευάσθην

I prepare

51

παρέχω, παρέξω / παρασχήσω, παρέσχον

I provide, cause, produce

52

πᾶς, πᾶσα, πᾶν

all, every

53

πάσχω, πείσομαι, ἔπαθον

I suffer, experience

54

πατήρ, πατρός, ὁ

father

55

παύομαι, παύσομαι, ἐπαυσάμην

I cease from (doing sth) (+gen.)

56

παύω, παύσω, ἔπαυσα, ἐπαύσθην

I stop

57

πείθω, πείσω, ἔπεισα, / ἔπιθον

I persuade

58

πειράομαι, πειράσομαι, ἐπειράθην

I try

59

πέμπτος, πέμπτη, πέμπτον

fifth

60

πέμπω, πέμѱω, ἔπεμѱα, ἐπέμφθην

I send, escort, fire (an arrow)

61

πέντε

five

62

περί

around (+acc.); about, concerning (+gen.)

63

πίπτω, πεσοῦμαι, ἔπεσον

I fall

64

πιστεύω, πιστεύσω, ἐπίστευσα

I believe, trust (+dat.)

65

πιστός, πιστή, πιστόν

faithful, reliable

66

πλέω, πλεύσομαι, ἔπλευσα

I sail

67

πλήν

except (+gen.)

68

πλούσιος, πλουσία, πλούσιον

rich

69

πόθεν

from where? whence?

70

ποῖ

to where?

71

ποιέω, ποιήσω, ἐποίησα, εποιήθην

I do, make

72

ποῖος, ποία, ποῖον

what sort of?

73

πολέμιοι, πολεμίων, οἱ

the enemy

74

πόλεμος, πολέμου, ὁ

war

75

πόλις, πόλεως, ἡ

city, state

76

πολίτης, πολίτου, ὁ

citizen

77

πολλάκις

often

78

πολλοί, πολλαί, πολλά

many

79

πολύς, πολλή, πολύ

much

80

πορεύομαι, πορεύσομαι, ἐπορεύθην

I travel, march

81

πόσοι, πόσαι, πόσα

how many?

82

πόσος, πόση, πόσον

how big, how much?

83

ποταμός, ποταμοῦ, ὁ

river

84

πότε

when?

85

ποῦ

where?

86

πούς, ποδός, ὁ

foot

87

πράσσω, πράξω, ἔπραξα, ἐπράχθην

I do, fare; manage

88

πρό

before (time and place), in front of (+gen.)

89

πρός

to, against (+acc.)

90

προσβάλλω, προσβαλῶ, προσέβαλον, προσεβλήθην

I attack (+dat.)

91

πρότερον

before, formerly

92

πρῶτον

at first, first

93

πρῶτος, πρώτη, πρῶτον

first

94

πύλη, πύλης, ἡ

gate

95

πυνθάνομαι, πεύσομαι, ἐπυθόμην

I learn, ascertain; ask

96

πῦρ, πυρός, τό

fire

97

πῶς

how?

98

ῥᾴδιος, ῥᾳδία, ῥᾴδιον

easy

99

σιγή, σιγῆς, ἡ

silence

100

σῖτος, σίτου, ὁ

food, corn, bread

101

σός, σή, σόν

your (singular); (with article) yours

102

σοφός, σοφή, σοφόν

wise, clever

103

στρατηγός, στρατηγοῦ, ὁ

general, commander

104

στρατιά, στρατιᾶς, ἡ

army, expedition

105

στρατιώτης, στρατιώτου, ὁ

soldier

106

σύ, σοῦ

you (singular)

107

συλλέγω, συλλέξω, συνέλεξα, συνελέχθην / συνελέγην

I collect, assemble

108

σύμμαχοι, συμμάχων, οἱ

allies

109

συμφορά, συμφορᾶς, ἡ

misfortune, disaster, event

110

σῴζω, σώσω, ἐσώσα, ἐσώθην

I save

111

σῶμα, σώματος, τό

body

112

ταχύς, ταχεῖα, ταχύ

fast, quick

113

τεῖχος, τείχους, τό

wall

114

τέλος

in the end, at last

115

τέσσαρες, τέσσαρες, τέσσαρα

four

116

τέταρτος, τετάρτη, τέταρτον

fourth

117

τιμάω, τιμήσω, ἐτίμησα, ἐτιμήθην

I honour, respect

118

τίς, τί

who?, what?, which?

119

τις, τι

a certain; someone, something

120

τοιοῦτος, τοιαύτη, τοιοῦτο

such

121

τοσοῦτοι, τοσαῦται, τοσαῦτα

so many

122

τοσοῦτος, τοσαύτη, τοσοῦτο

so great, so much

123

τότε

then

124

τρεῖς, τρεῖς, τρία

three

125

τρέχω, δραμοῦμαι, ἔδραμον

I run

126

τρίτος, τρίτη, τρίτον

third

127

τύχη, τύχης, ἡ

chance, luck, fortune (good or bad)

128

ὕδωρ, ὕδατος, τό

water

129

υἱός, υἱοῦ, ὁ

son

130

ὕλη, ὕλης, ἡ

wood, forest

131

ὑμεῖς, ὑμῶν

you (plural)

132

ὑμέτερος, ὑμετέρα, ὑμέτερον

your; (with article) yours

133

ὑπέρ

on behalf of (+gen.)

134

ὑπισχνέομαι, ὑποσχήσομαι, ὑπεσχόμην

I promise

135

ὕπνος, ὕπνου, ὁ

sleep

136

ὑπό

by (with agent of passive verbs) (+gen.)

137

ὕστερον

later

138

ὑѱηλός, ὑѱηλή, ὑѱηλόν

high

139

φαίνομαι, φανοῦμαι, ἐφάνην

I seem, appear

140

φέρω, οἴσω, ἤνεγκα, ἠνέχθην

I carry, bear, endure

141

φεύγω, φεύξομαι, ἔφυγον

I run away, flee

142

φημί, φήσω, ἔφην (impf)

I say

143

φιλέω, φιλήσω, ἐφίλησα, ἐφιλήθην

I love, like, am accustomed to

144

φίλος, φίλου, ὁ

(male) friend

145

φοβέομαι, φοβήσομαι, ἐφοβήθην

I am afraid, fear

146

φόβος, φόβου, ὁ

fear

147

φονεύω, φονεύσω, ἐφονεύσα, ἐφονεύθην

I murder, kill

148

φύλαξ, φύλακος, ὁ

guard

149

φυλάσσω, φυλάξω, ἐφύλαξα, ἐφυλάχθην

I guard

150

φωνή, φωνῆς, ἡ

voice

151

χαλεπός, χαλεπή, χαλεπόν

difficult

152

χειμών, χειμῶνος, ὁ

storm; winter

153

χείρ, χειρός, ἡ

hand

154

χράομαι, χρήσομαι, ἐχρησάμην

I use (+dat.)

155

χρή

it is necessary for (+acc.) to (+inf.)

156

χρήματα, χρημάτων, τά

money, goods, property

157

χρόνος, χρόνου, ὁ

time

158

χρυσός, χρυσοῦ, ὁ

gold

159

χώρα, χώρας, ἡ

country, land

160

o... (addressing someone)

161

ὡς

when, as, because

162

ὡς τάχιστα (or other superlative)

as quickly (etc) as possible

163

ὥστε

that, so that, with the result that