Verbs - Passive Common - Gk to Eng - A to Ω Flashcards Preview

Greek - AJC - Verbs Passive > Verbs - Passive Common - Gk to Eng - A to Ω > Flashcards

Flashcards in Verbs - Passive Common - Gk to Eng - A to Ω Deck (52):
1

αγαπιέμαι - αγαπήθηκα -
θα αγαπηθώ

I am loved

2

αισθάνομαι - αισθάνθηκα -
θα αισθανθώ

I feel/sense

3

απαγορεύεται - απαγορεύτηκε -
θα απαγορευτεί

It is forbidden (3rd person - it)

4

αρνούμαι - αρνήθηκα -
θα αρνηθώ

I deny/refuse

5

βαριέμαι - βαρέθηκα -
θα βαρεθώ

I am bored

6

βιάζομαι - βιάστηκα -
θα βιαστώ

I am in a hurry

7

βρίσκομαι - βρέθηκα -
θα βρεθώ

I find myself/am situate

8

γεννιέμαι - γεννήθηκα -
θα γεννηθώ

I am born

9

γίνομαι - έγινα -
θα γίνω

I become/happen

10

γυμνάζομαι - γυμνάστηκα -
θα γυμναστώ

I exercise myself

11

δανείζομαι - δανείστηκα -
θα δανειστώ

I borrow

12

δέχομαι - δέχτηκα -
θα δεχτώ

I accept/receive

13

εμφανίζομαι - εμφανίστηκα -
θα εμφανιστώ

I appear/seem

14

ενδιαφέρομαι - ενδιαφέρθηκα -
θα ενδιαφερθώ

I am interested in

15

επισκέφτομαι (or π) - επισκέφτηκα -
θα επισκεφτώ

I visit

16

εργάζομαι - εργάστηκα -
θα εργαστώ

I work

17

έρχομαι - ήρθα -
θα ερθώ

I come

18

ετοιμάζομαι - ετοιμάστηκα -
θα ετοιμαστώ

I get myself ready

19

εύχομαι - ευχήθηκα -
θα ευχηθώ

I wish/give blessing

20

ζεσταίνομαι - ζεστάθηκα -
θα ζεσταθώ

I become hot

21

θυμάμαι - θυμήθηκα -
θα θυμηθώ

I remember

22

καθαρίζομαι - καθαρίστηκα -
θα καθαριστώ

I become clean

23

κάθομαι - κάθισα -
θα καθίσω (κάτσω)

I sit

24

κοιμάμαι - κοιμήθηκα -
θα κοιμηθώ

I sleep

25

κουράζομαι - κουράστηκα -
θα κουραστώ

I tire/become tired

26

λέγομαι - λέχθηκα -
θα λεχθώ

I am called/named

27

λυπάμαι - λυπήθηκα -
θα λυπηθώ

I am sorry

28

μπλέκομαι - μπλέχτηκα -
θα μπλεχτώ

I get involved

29

ντρέπομαι - ντράπηκα -
θα ντραπώ

I am embarrassed/ shy/ ashamed

30

ντύνομαι - ντύθηκα -
θα ντυθώ

I dress

31

ξεκουράζομαι - ξεκουράστηκα -
θα ξεκουραστώ

I rest (myself)

32

ξυρίζομαι - ξυρίστηκα -
θα ξυριστώ

I shave myself

33

ονειρεύομαι - ονειρεύτηκα -
θα ονειρευτώ

I dream

34

παντρεύομαι - παντρεύτηκα -
θα παντρευτώ

I marry

35

πλένομαι - πλύθηκα -
θα πλυθώ

I wash myself

36

ρωτιέμαι - ρωτήθηκα -
θα ρωτηθώ

I ask myself

37

σηκώνομαι - σηκώθηκα -
θα σηκωθώ

I get up

38

σκέφτομαι - σκέφτηκα -
θα σκεφτώ

I think

39

στέκομαι - στάθηκα -
θα σταθώ

I stand

40

στενοχωριέμαι - στενοχωρέθηκα (or ήθ) -
θα στενοχωρηθώ

I worry/am worried

41

συμβαίνει - συνέβηκε -
θα συμβεί

it happens/occurs

42

συναντιέμαι - συναντήθηκα -
θα συναντηθώ

I meet

43

συνέρχομαι - συνήθλα -
θα συνέθλω

I recover

44

φαίνομαι - φάνηκα -
θα φάνω

I seem/appear/look

45

φαντάζομαι - φαντάστηκα -
θα φανταστώ

I imagine/suppose

46

φοβάμαι - φοβήθηκα -
θα φοβηθώ

I fear

47

χαίρομαι - χάρηκα -
θα χαρώ

I am glad

48

χρειάζομαι - χρειάστηκα -
θα χρειαστώ

I need

49

χρησιμοποιούμαι - χρησιμοποιήθηκα -
θα χρησιμοποιηθώ

I use

50

χτενίζομαι - χτενίστηκα -
θα χτενιστώ

I comb

51

ωφελούμαι - ωφελήθηκα -
θα ωφεληθώ

I benefit from

52

στρέφομαι - στράφηκα -
θα στραφώ

I turn around/face about