Verbs - Passive - Gk to Eng - A to Ω Flashcards Preview

Greek - AJC - Verbs Passive > Verbs - Passive - Gk to Eng - A to Ω > Flashcards

Flashcards in Verbs - Passive - Gk to Eng - A to Ω Deck (124):
1

αγαπιέμαι - αγαπήθηκα -
θα αγαπηθώ

I am loved

2

αγκυλώνομαι - αγκυλώθηκα -
θα αγκυλωθώ

I get stung

3

αδικούμαι - αδικήθηκα -
θα αδικηθώ

I am wronged

4

αισθάνομαι - αισθάνθηκα -
θα αισθανθώ

I feel/sense

5

αναρωτιέμαι - αναρωτήθηκα -
θα αναρωτηθώ

I ask myself/wonder

6

απαγορεύεται - απαγορεύτηκε -
θα απαγορευτεί

It is forbidden (3rd person - it)

7

απασχολούμαι - απασχολήθηκα -
θα απασχοληθώ

I am occupied with

8

απογοητεύομαι - απογοητεύηκα -
θα απογοητευτώ

I become disappointed

9

αποκοιμάμαι - αποκοιμήθηκα -
θα αποκοιμηθώ

I nod off/go to sleep

10

αρνούμαι - αρνήθηκα -
θα αρνηθώ

I deny/refuse

11

ασκούμαι - ασκήθηκα -
θα ασκηθώ

I practise/excercise

12

ασχολούμαι - ασχολήθηκα -
θα ασχοληθώ

I am occupied/involved/work on

13

αφιερώνομαι - αφιερώθηκα -
θα αφιερωθώ

I am dedicated/devoted to
I dedicate/devote myself to

14

αφοσιώνομαι - αφοσιώθηκα -
θα αφοσιωθώ

I concentrate/dedicate myself

15

βαριέμαι - βαρέθηκα -
θα βαρεθώ

I am bored

16

βιάζομαι - βιάστηκα -
θα βιαστώ

I am in a hurry

17

βρίσκομαι - βρέθηκα -
θα βρεθώ

I find myself/am situate

18

γαργαλιέμαι - γαργαλήθηκα -
θα γαργαληθώ

I am ticklish

19

γελιέμαι - γελάστηκα -
θα γελαστώ

I am deceived/misled

20

γεννιέμαι - γεννήθηκα -
θα γεννηθώ

I am born

21

γεύομαι - γεύτηκα -
θα γευτώ

I taste/try

22

γίνομαι - έγινα -
θα γίνω

I become/happen

23

γυμνάζομαι - γυμνάστηκα -
θα γυμναστώ

I exercise myself

24

δανείζομαι - δανείστηκα -
θα δανειστώ

I borrow

25

δεσμεύομαι - δεσμεύτηκα -
θα δεσμευτώ

I commit/am committed to/am bound to

26

δέχομαι - δέχτηκα -
θα δεχτώ

I accept/receive

27

διασκεδάζομαι - διασκεδάστηκα -
θα διασκεδαστώ

I am amused/ be amused

28

διηγούμαι - διηγήθηκα -
θα διηγηθώ

I relate/tell

29

δικαιολογούμαι - δικαιολογήθηκα -
θα δικαιολογηθώ

I excuse myself

30

δροσίζομαι - δροσίστηκα -
θα δροσιστώ

I cool down, relieve thirst

31

εγκλωβίζομαι - εγκλωβίστηκα -
θα εγκλωβιστώ

I get trapped

32

εμφανίζομαι - εμφανίστηκα -
θα εμφανιστώ

I appear/seem

33

ενδιαφέρομαι - ενδιαφέρθηκα -
θα ενδιαφερθώ

I am interested in

34

ενοχλούμαι - ενοχλήθηκα -
θα ενοχληθώ

I am annoyed/bothered

35

εξαρτιέμαι/ώμαι - εξαρτήθηκα -
θα εξαρτηθώ

I depend on

36

εξαφανίζομαι - εξαφανίστηκα -
θα εξαφανιστώ

I disappear

37

εξυπηρετούμαι - εξυπηρετήθηκα -
θα εξυπηρετηθώ

I am attended/served

38

επισκέφτομαι (or π) - επισκέφτηκα -
θα επισκεφτώ

I visit

39

επωφελούμαι - επωφελήθηκα -
θα επωφεληθώ

I take advantage of

40

εργάζομαι - εργάστηκα -
θα εργαστώ

I work

41

έρχομαι - ήρθα -
θα ερθώ

I come

42

ερωτεύομαι - ερωτεύτηκα -
θα ερωτευτώ

I am loved/be in love with

43

ετοιμάζομαι - ετοιμάστηκα -
θα ετοιμαστώ

I get myself ready

44

εύχομαι - ευχήθηκα -
θα ευχηθώ

I wish, give blessing

45

ζαλίζομαι - ζαλίστηκα -
θα ζαλιστώ

I become sea-sick/dizzy

46

ζεσταίνομαι - ζεστάθηκα -
θα ζεσταθώ

I become hot

47

θλίβομαι - θλιβόμουν -
θα θλίβομαι

I grieve/sadden

48

θυμάμαι - θυμήθηκα -
θα θυμηθώ

I remember

49

ικανοποιούμαι - ικανοποιήθηκα -
θα ικανοποιηθώ

I am satisfied

50

ισχυρίζομαι - ισχυρίστηκα -
θα ισχυριστώ

I claim

51

καθαρίζομαι - καθαρίστηκα -
θα καθαριστώ

I become clean

52

κάθομαι - κάθισα -
θα καθίσω (κάτσω)

I sit

53

κλέβομαι - κλέφτηκα -
θα κλεφτώ

I elope

54

κοιμάμαι - κοιμήθηκα -
θα κοιμηθώ

I sleep

55

κολακεύομαι - κολακεύτηκα -
θα κολακευτώ

I am flattered/complimented

56

κουράζομαι - κουράστηκα -
θα κουραστώ

I tire/become tired

57

κρύβομαι - κρύφτηκα -
θα κρυφτώ

I hide myself

58

λέγομαι - λέχθηκα -
θα λεχθώ

I am called/named

59

λυπάμαι - λυπήθηκα -
θα λυπηθώ

I am sorry

60

μορφώνομαι - μορφώθηκα -
θα μορφωθώ

I educate myself

61

μπερδεύομαι - μπερδεύτηκα -
θα μπερδευτώ

I become confused

62

μπλέκομαι - μπλέχτηκα -
θα μπλεχτώ

I get involved

63

νικιέμαι - νικήθηκα -
θα νικηθώ

I am defeated

64

ντρέπομαι - ντράπηκα -
θα ντραπώ

I am embarrassed/ shy/ ashamed

65

ντύνομαι - ντύθηκα -
θα ντυθώ

I dress

66

ξαφνιάζομαι - ξαφνιάστηκα -
θα ξαφνιαστώ

I am taken aback

67

ξεκουράζομαι - ξεκουράστηκα -
θα ξεκουραστώ

I rest (myself)

68

ξεχνιέμαι - ξεχάστηκα -
θα ξεχαστώ

I forget myself

69

ξυρίζομαι - ξυρίστηκα -
θα ξυριστώ

I shave myself

70

ονειρεύομαι - ονειρεύτηκα -
θα ονειρευτώ

I dream

71

παντρεύομαι - παντρεύτηκα -
θα παντρευτώ

I marry

72

παραδέχομαι - παραδέχτηκα -
θα παραδεχτώ

I admit/accept

73

παραιτούμαι - παραιτήθηκα -
θα παραιτηθώ

I give up/quit/resign

74

παραπονιέμαι - παραπονέθηκα -
θα παραπονεθώ

I complain

75

περιέχομαι - περιεχόμουν -
θα περιέχομαι

be included/contained

76

περιποιούμαι - περιποιήθηκα -
θα περιποιηθώ

I tend to/take care of

77

πετάγομαι - πετάχτηκα
θα πεταχτώ

I jump up/leap up

78

πλένομαι - πλύθηκα -
θα πλυθώ

I wash myself

79

πρόκειται - -
θα πρόκειται

it is about

80

προσποιούμαι - προσποιήθηκα -
θα προσποιηθώ

I pretend/feign

81

προσαρμόζομαι - προσαρμόστηκα -
θα ππροσαρμοστώ

I adapt myself

82

ρωτιέμαι - ρωτήθηκα -
θα ρωτηθώ

I ask myself

83

σέβομαι - σεβάστηκα -
θα σεβαστώ

I respect

84

σιχαίνομαι - σιχάθηκα -
θα σιχαθώ

I detest/loathe

85

σηκώνομαι - σηκώθηκα -
θα σηκωθώ

I get up

86

σκέφτομαι - σκέφτηκα -
θα σκεφτώ

I think

87

στέκομαι - στάθηκα -
θα σταθώ

I stand

88

στενοχωριέμαι - στενοχωρέθηκα (or ήθ) -
θα στενοχωρηθώ

I worry/am worried

89

στερούμαι - στερήθηκα -
θα στερηθώ

I am deprived of/lack

90

στηρίζομαι - στηρίχτηκα -
θα στηριχτώ

I rely/ support/ lean on

91

συγκινούμαι - συγκινήθηκα -
θα συγκινηθώ

I am moved/touched

92

συγχωρούμαι - συγχωρήθηκα -
θα συγχωρηθώ

I am excused

93

συμβαίνει - συνέβηκε -
θα συμβεί

it happens/occurs

94

συναισθάνομαι - συναισθάνθηκα -
θα συναισθανθώ

I realise/am aware

95

συναντιέμαι - συναντήθηκα -
θα συναντηθώ

I meet

96

συνεννοούμαι - συνεννοήθηκα -
θα συνεννοηθώ

I agree/come to an understanding

97

συνέρχομαι - συνήλθα -
θα συνέλθω

I recover

98

σχηματίζομαι - σχηματίστηκα -
θα σχηματιστώ

I am formed/shaped

99

τακτοποιούμαι - τακτοποιήθηκα -
θα τακτοποιηθώ

I arrange/settle/put in order

100

ταλαιπωρούμαι - ταλαιπωρήθηκα -
θα ταλαιπωρηθώ

I am distressed

101

τραβιέμαι - τραβήχθηκα (or κτ) -
θα τραβηχτώ

I am pulled

102

τσακώνομαι - τσακώθηκα -
θα τσακωθώ

I quarrel

103

υποδέχομαι - υποδέχτηκα -
θα υποδεχτώ

I receive/ greet

104

υπόσχομαι - υποσχέθηκα -
θα υποσχεθώ

I promise

105

φαίνομαι - φάνηκα -
θα φάνω

I seem/appear/look

106

φαντάζομαι - φαντάστηκα -
θα φανταστώ

I imagine/suppose

107

φοβάμαι - φοβήθηκα -
θα φοβηθώ

I fear

108

φοριέμαι - φορέθηκα -
θα φορεθώ

I am worn (usually 3rd Person)

109

φταρνίζομαι - φταρνίστηκα -
θα φταρνιστώ

I sneeze

111

χαίρομαι - χάρηκα -
θα χαρώ

I am glad

112

χάνομαι - χάθηκα -
θα χαθώ

I get lost/disappear/perish

112

χασμουριέμαι - χασμουρήθηκα -
θα χασμουρηθώ

I yawn

113

χρειάζομαι - χρειάστηκα -
θα χρειαστώ

I need

114

χρησιμοποιούμαι - χρησιμοποιήθηκα -
θα χρησιμοποιηθώ

I use

115

χτενίζομαι - χτενίστηκα -
θα χτενιστώ

I comb

116

χτυπιέμαι - χτυπήθηκα -
θα χτυπηθώ

I beat myself up

117

ωφελούμαι - ωφελήθηκα -
θα ωφεληθώ

I benefit from

118

κουνιέμαι - κουνήθηκα -
θα κουνηθώ

I move/shake myself/ get a move on

119

επανέρχομαι - επανήλθα -
θα επανέλθω

I return/come again

120

κινούμαι - κινήθηκα -
θα κινηθώ

I move/bestir myself

121

νοιάζομαι - νοιάστηκα -
θα νοιαστώ

I care

122

ανακουφίζομαι - ανακουφίστηκα -
θα ανακουφιστώ

I am relieved/comforted/eased

123

βασίζομαι - βασίστηκα -
θα βασιστώ

I rely on /count on

124

πηγαινοέρχομαι - πηγαινοερχόμουν -
θα πηγαινοέρχομαι

I come and go