Verbs - Passive - Eng to Gk Random Flashcards Preview

Greek - AJC - Verbs Passive > Verbs - Passive - Eng to Gk Random > Flashcards

Flashcards in Verbs - Passive - Eng to Gk Random Deck (127):
1

I rely/ support/ lean on

στηρίζομαι - στηρίχτηκα -
θα στηριχτώ

2

it happens/occurs

συμβαίνει - συνέβηκε -
θα συμβεί

3

I am wronged

αδικούμαι - αδικήθηκα -
θα αδικηθώ

4

I taste/try

γεύομαι - γεύτηκα -
θα γευτώ

5

I quarrel

τσακώνομαι - τσακώθηκα -
θα τσακωθώ

6

I admit/accept

παραδέχομαι - παραδέχτηκα -
θα παραδεχτώ

7

I get stung

αγκυλώνομαι - αγκυλώθηκα -
θα αγκυλωθώ

8

it is about

πρόκειται - -
θα πρόκειται

9

I depend on

εξαρτιέμαι/ώμαι - εξαρτήθηκα -
θα εξαρτηθώ

10

I am moved/touched

συγκινούμαι - συγκινήθηκα -
θα συγκινηθώ

11

I receive/ greet

υποδέχομαι - υποδέχτηκα -
θα υποδεχτώ

12

I agree/come to an understanding

συνεννοούμαι - συνεννοήθηκα -
θα συνεννοηθώ

13

I shave myself

ξυρίζομαι - ξυρίστηκα -
θα ξυριστώ

14

I am amused/ be amused

διασκεδάζομαι - διασκεδάστηκα -
θα διασκεδαστώ

15

I accept/receive

δέχομαι - δέχτηκα -
θα δεχτώ

16

I am deprived of/lack

στερούμαι - στερήθηκα -
θα στερηθώ

17

I worry/am worried

στενοχωριέμαι - στενοχωρέθηκα (or ήθ) -
θα στενοχωρηθώ

18

I promise

υπόσχομαι - υποσχέθηκα -
θα υποσχεθώ

19

I am excused

συγχωρούμαι - συγχωρήθηκα -
θα συγχωρηθώ

20

I disappear

εξαφανίζομαι - εξαφανίστηκα -
θα εξαφανιστώ

21

I meet

συναντιέμαι - συναντήθηκα -
θα συναντηθώ

22

I dress

ντύνομαι - ντύθηκα -
θα ντυθώ

23

I get myself ready

ετοιμάζομαι - ετοιμάστηκα -
θα ετοιμαστώ

24

I forget myself

ξεχνιέμαι - ξεχάστηκα -
θα ξεχαστώ

25

I come

έρχομαι - ήρθα -
θα ερθώ

26

I get up

σηκώνομαι - σηκώθηκα -
θα σηκωθώ

27

I grieve/sadden

θλίβομαι - θλιβόμουν -
θα θλίβομαι

28

I tire/become tired

κουράζομαι - κουράστηκα -
θα κουραστώ

29

It is forbidden (3rd person - it)

απαγορεύεται - απαγορεύτηκε -
θα απαγορευτεί

30

I am worn (usually 3rd Person)

φοριέμαι - φορέθηκα -
θα φορεθώ

31

I am loved/be in love with

ερωτεύομαι - ερωτεύτηκα -
θα ερωτευτώ

32

I benefit from

ωφελούμαι - ωφελήθηκα -
θα ωφεληθώ

33

I fear

φοβάμαι - φοβήθηκα -
θα φοβηθώ

34

I think

σκέφτομαι - σκέφτηκα -
θα σκεφτώ

35

I relate/tell

διηγούμαι - διηγήθηκα -
θα διηγηθώ

36

I become clean

καθαρίζομαι - καθαρίστηκα -
θα καθαριστώ

37

I remember

θυμάμαι - θυμήθηκα -
θα θυμηθώ

38

I get involved

μπλέκομαι - μπλέχτηκα -
θα μπλεχτώ

39

I dream

ονειρεύομαι - ονειρεύτηκα -
θα ονειρευτώ

40

I educate myself

μορφώνομαι - μορφώθηκα -
θα μορφωθώ

41

I become disappointed

απογοητεύομαι - απογοητεύηκα -
θα απογοητευτώ

42

I recover

συνέρχομαι - συνήλθα -
θα συνέλθω

43

I am interested in

ενδιαφέρομαι - ενδιαφέρθηκα -
θα ενδιαφερθώ

44

I am in a hurry

βιάζομαι - βιάστηκα -
θα βιαστώ

45

I am surprised /taken aback

ξαφνιάζομαι - ξαφνιάστηκα -
θα ξαφνιαστώ

46

I tend to/take care of

περιποιούμαι - περιποιήθηκα -
θα περιποιηθώ

47

I visit

επισκέφτομαι (or π) - επισκέφτηκα -
θα επισκεφτώ

48

I wash myself

πλένομαι - πλύθηκα -
θα πλυθώ

49

I am satisfied

ικανοποιούμαι - ικανοποιήθηκα -
θα ικανοποιηθώ

50

I am bored

βαριέμαι - βαρέθηκα -
θα βαρεθώ

51

I am born

γεννιέμαι - γεννήθηκα -
θα γεννηθώ

52

I am deceived/misled

γελιέμαι - γελάστηκα -
θα γελαστώ

53

I sit

κάθομαι - κάθισα -
θα καθίσω (κάτσω)

54

I excuse myself

δικαιολογούμαι - δικαιολογήθηκα -
θα δικαιολογηθώ

55

I seem/appear/look

φαίνομαι - φάνηκα -
θα φάνω

56

I am pulled

τραβιέμαι - τραβήχθηκα (or κτ) -
θα τραβηχτώ

57

I rest (myself)

ξεκουράζομαι - ξεκουράστηκα -
θα ξεκουραστώ

58

I am called/named

λέγομαι - λέχθηκα -
θα λεχθώ

59

I realise/am aware

συναισθάνομαι - συναισθάνθηκα -
θα συναισθανθώ

60

I comb

χτενίζομαι - χτενίστηκα -
θα χτενιστώ

61

I give up/quit/resign

παραιτούμαι - παραιτήθηκα -
θα παραιτηθώ

62

I am loved

αγαπιέμαι - αγαπήθηκα -
θα αγαπηθώ

63

I work

εργάζομαι - εργάστηκα -
θα εργαστώ

64

I become/happen

γίνομαι - έγινα -
θα γίνω

65

I stand

στέκομαι - στάθηκα -
θα σταθώ

66

I sleep

κοιμάμαι - κοιμήθηκα -
θα κοιμηθώ

67

I use

χρησιμοποιούμαι - χρησιμοποιήθηκα -
θα χρησιμοποιηθώ

68

I yawn

χασμουριέμαι - χασμουρήθηκα -
θα χασμουρηθώ

69

I feel/sense

αισθάνομαι - αισθάνθηκα -
θα αισθανθώ

70

I get lost/disappear/perish

χάνομαι - χάθηκα -
θα χαθώ

71

I marry

παντρεύομαι - παντρεύτηκα -
θα παντρευτώ

72

I appear/seem

εμφανίζομαι - εμφανίστηκα -
θα εμφανιστώ

73

I hide myself

κρύβομαι - κρύφτηκα -
θα κρυφτώ

74

I am glad

χαίρομαι - χάρηκα -
θα χαρώ

75

I ask myself

ρωτιέμαι - ρωτήθηκα -
θα ρωτηθώ

76

I need

χρειάζομαι - χρειάστηκα -
θα χρειαστώ

77

I borrow

δανείζομαι - δανείστηκα -
θα δανειστώ

78

I become hot

ζεσταίνομαι - ζεστάθηκα -
θα ζεσταθώ

79

I am attended/served

εξυπηρετούμαι - εξυπηρετήθηκα -
θα εξυπηρετηθώ

80

I concentrate/dedicate myself

αφοσιώνομαι - αφοσιώθηκα -
θα αφοσιωθώ

81

I claim

ισχυρίζομαι - ισχυρίστηκα -
θα ισχυριστώ

82

I ask myself/wonder

αναρωτιέμαι - αναρωτήθηκα -
θα αναρωτηθώ

83

I arrange/settle/put in order

τακτοποιούμαι - τακτοποιήθηκα -
θα τακτοποιηθώ

84

I am occupied/involved/work on

ασχολούμαι - ασχολήθηκα -
θα ασχοληθώ

85

I become confused

μπερδεύομαι - μπερδεύτηκα -
θα μπερδευτώ

86

I deny/refuse

αρνούμαι - αρνήθηκα -
θα αρνηθώ

87

I find myself/am situate

βρίσκομαι - βρέθηκα -
θα βρεθώ

88

I beat myself up

χτυπιέμαι - χτυπήθηκα -
θα χτυπηθώ

89

I become sea-sick/am dizzy

ζαλίζομαι - ζαλίστηκα -
θα ζαλιστώ

90

I am sorry

λυπάμαι - λυπήθηκα -
θα λυπηθώ

91

I am occupied with

απασχολούμαι - απασχολήθηκα -
θα απασχοληθώ

92

I am distressed

ταλαιπωρούμαι - ταλαιπωρήθηκα -
θα ταλαιπωρηθώ

93

I cool down, relieve thirst

δροσίζομαι - δροσίστηκα -
θα δροσιστώ

94

I imagine/suppose

φαντάζομαι - φαντάστηκα -
θα φανταστώ

95

I complain

παραπονιέμαι - παραπονέθηκα -
θα παραπονεθώ

96

I am defeated

νικιέμαι - νικήθηκα -
θα νικηθώ

97

I wish, give blessing

εύχομαι - ευχήθηκα -
θα ευχηθώ

98

I exercise myself

γυμνάζομαι - γυμνάστηκα -
θα γυμναστώ

99

I am annoyed/bothered

ενοχλούμαι - ενοχλήθηκα -
θα ενοχληθώ

100

I am embarrassed/ shy/ ashamed

ντρέπομαι - ντράπηκα -
θα ντραπώ

101

I elope

κλέβομαι - κλέφτηκα -
θα κλεφτώ

102

I sneeze

φταρνίζομαι - φταρνίστηκα -
θα φταρνιστώ

103

I practise/excercise

ασκούμαι - ασκήθηκα -
θα ασκηθώ

104

I jump up/leap up

πετάγομαι - πετάχτηκα
θα πεταχτώ

105

I am formed/shaped

σχηματίζομαι - σχηματίστηκα -
θα σχηματιστώ

106

I take advantage of

επωφελούμαι - επωφελήθηκα -
θα επωφεληθώ

107

I am flattered/complimented

κολακεύομαι - κολακεύτηκα -
θα κολακευτώ

108

I adjust myself to

προσαρμόζομαι - προσαρμόστηκα -
θα ππροσαρμοστώ

109

I am ticklish

γαργαλιέμαι - γαργαλήθηκα -
θα γαργαληθώ

110

I pretend/feign

προσποιούμαι - προσποιήθηκα -
θα προσποιηθώ

111

I detest/loathe

σιχαίνομαι - σιχάθηκα -
θα σιχαθώ

112

be included/contain

περιέχομαι - περιεχόμουν -
θα περιέχομαι

113

I nod off/go to sleep

αποκοιμάμαι - αποκοιμήθηκα -
θα αποκοιμηθώ

114

I commit/am committed to/am bound to

δεσμεύομαι - δεσμεύτηκα -
θα δεσμευτώ

115

I get trapped

εγκλωβίζομαι - εγκλωβίστηκα -
θα εγκλωβιστώ

116

I respect

σέβομαι - σεβάστηκα -
θα σεβαστώ

117

I am dedicated/devoted to
I dedicate myself/devote myself to

αφιερώνομαι - αφιερώθηκα -
θα αφιερωθώ

118

I move/shake myself / get a move on

κουνιέμαι - κουνήθηκα -
θα κουνηθώ

119

I return/come again

επανέρχομαι - επανήλθα -
θα επανέλθω

120

I move/bestir myself

κινούμαι - κινήθηκα -
θα κινηθώ

121

I care

νοιάζομαι - νοιάστηκα -
θα νοιαστώ

122

I am relieved/comforted/eased

ανακουφίζομαι - ανακουφίστηκα -
θα ανακουφιστώ

123

I rely on/count on

βασίζομαι - βασίστηκα -
θα βασιστώ

124

I come and go

πηγαινοέρχομαι - πηγαινοερχόμουν -
θα πηγαινοέρχομαι

125

I suspect

υποψιάζομαι - υποψιάστηκα -
θα υποψιαστώ

126

I bask in the sun

λιάζομαι - λιάστηκα -
θα λιαστώ

127

I behave

συμπεριφέρομαι - συμπεριφέρθηκα -
θα συμπεριφερθώ