Verbs - Passive - Eng to Gk Random Flashcards Preview

Greek - AJC - Verbs Passive > Verbs - Passive - Eng to Gk Random > Flashcards

Flashcards in Verbs - Passive - Eng to Gk Random Deck (133):
1

I behave

συμπεριφέρομαι - συμπεριφέρθηκα -
θα συμπεριφερθώ

2

I yawn

χασμουριέμαι - χασμουρήθηκα -
θα χασμουρηθώ

3

I marry

παντρεύομαι - παντρεύτηκα -
θα παντρευτώ

4

I dress

ντύνομαι - ντύθηκα -
θα ντυθώ

5

I am dedicated/devoted to
I dedicate myself/devote myself to

αφιερώνομαι - αφιερώθηκα -
θα αφιερωθώ

6

I am relieved/comforted/eased

ανακουφίζομαι - ανακουφίστηκα -
θα ανακουφιστώ

7

I taste/try

γεύομαι - γεύτηκα -
θα γευτώ

8

I depend on

εξαρτιέμαι/ώμαι - εξαρτήθηκα -
θα εξαρτηθώ

9

I practise/excercise

ασκούμαι - ασκήθηκα -
θα ασκηθώ

10

I receive/ greet

υποδέχομαι - υποδέχτηκα -
θα υποδεχτώ

11

I come and go

πηγαινοέρχομαι - πηγαινοερχόμουν -
θα πηγαινοέρχομαι

12

I care

νοιάζομαι - νοιάστηκα -
θα νοιαστώ

13

I am attended/served

εξυπηρετούμαι - εξυπηρετήθηκα -
θα εξυπηρετηθώ

14

I agree/come to an understanding

συνεννοούμαι - συνεννοήθηκα -
θα συνεννοηθώ

15

I am moved/touched

συγκινούμαι - συγκινήθηκα -
θα συγκινηθώ

16

be included/contain

περιέχομαι - περιεχόμουν -
θα περιέχομαι

17

I ask myself/wonder

αναρωτιέμαι - αναρωτήθηκα -
θα αναρωτηθώ

18

I disappear

εξαφανίζομαι - εξαφανίστηκα -
θα εξαφανιστώ

19

I forget myself

ξεχνιέμαι - ξεχάστηκα -
θα ξεχαστώ

20

I respect

σέβομαι - σεβάστηκα -
θα σεβαστώ

21

I am occupied with

απασχολούμαι - απασχολήθηκα -
θα απασχοληθώ

22

I am annoyed/bothered

ενοχλούμαι - ενοχλήθηκα -
θα ενοχληθώ

23

I wash myself

πλένομαι - πλύθηκα -
θα πλυθώ

24

I borrow

δανείζομαι - δανείστηκα -
θα δανειστώ

25

I imagine/suppose

φαντάζομαι - φαντάστηκα -
θα φανταστώ

26

I turn around/face about

στρέφομαι - στράφηκα -
θα στραφώ

27

I get soaked

μουσκεύομαι - μουσκεύτηκα -
θα μουσκευτώ

28

I am worn (usually 3rd Person)

φοριέμαι - φορέθηκα -
θα φορεθώ

29

I meet

συναντιέμαι - συναντήθηκα -
θα συναντηθώ

30

I suspect

υποψιάζομαι - υποψιάστηκα -
θα υποψιαστώ

31

I recover

συνέρχομαι - συνήλθα -
θα συνέλθω

32

I remember

θυμάμαι - θυμήθηκα -
θα θυμηθώ

33

I am enriched

εμπλουτίζομαι - εμπλουτίστηκα -
θα εμπλουτιστώ

34

I beat myself up

χτυπιέμαι - χτυπήθηκα -
θα χτυπηθώ

35

I quarrel

τσακώνομαι - τσακώθηκα -
θα τσακωθώ

36

I am occupied/involved/work on

ασχολούμαι - ασχολήθηκα -
θα ασχοληθώ

37

I detest/loathe

σιχαίνομαι - σιχάθηκα -
θα σιχαθώ

38

I get involved

μπλέκομαι - μπλέχτηκα -
θα μπλεχτώ

39

I hide myself

κρύβομαι - κρύφτηκα -
θα κρυφτώ

40

I ask myself

ρωτιέμαι - ρωτήθηκα -
θα ρωτηθώ

41

I bask in the sun

λιάζομαι - λιάστηκα -
θα λιαστώ

42

I accept/receive

δέχομαι - δέχτηκα -
θα δεχτώ

43

I become confused

μπερδεύομαι - μπερδεύτηκα -
θα μπερδευτώ

44

I stand

στέκομαι - στάθηκα -
θα σταθώ

45

I rely on/count on

βασίζομαι - βασίστηκα -
θα βασιστώ

46

I am ticklish

γαργαλιέμαι - γαργαλήθηκα -
θα γαργαληθώ

47

I grieve/sadden

θλίβομαι - θλιβόμουν -
θα θλίβομαι

48

I am loved/be in love with

ερωτεύομαι - ερωτεύτηκα -
θα ερωτευτώ

49

it happens/occurs

συμβαίνει - συνέβηκε -
θα συμβεί

50

I admit/accept

παραδέχομαι - παραδέχτηκα -
θα παραδεχτώ

51

I dream

ονειρεύομαι - ονειρεύτηκα -
θα ονειρευτώ

52

I cool down, relieve thirst

δροσίζομαι - δροσίστηκα -
θα δροσιστώ

53

I shave myself

ξυρίζομαι - ξυρίστηκα -
θα ξυριστώ

54

I am wronged

αδικούμαι - αδικήθηκα -
θα αδικηθώ

55

I am formed/shaped

σχηματίζομαι - σχηματίστηκα -
θα σχηματιστώ

56

I am distressed

ταλαιπωρούμαι - ταλαιπωρήθηκα -
θα ταλαιπωρηθώ

57

I feel/sense

αισθάνομαι - αισθάνθηκα -
θα αισθανθώ

58

I get trapped

εγκλωβίζομαι - εγκλωβίστηκα -
θα εγκλωβιστώ

59

I am embarrassed/ shy/ ashamed

ντρέπομαι - ντράπηκα -
θα ντραπώ

60

I become sea-sick/am dizzy

ζαλίζομαι - ζαλίστηκα -
θα ζαλιστώ

61

I rest (myself)

ξεκουράζομαι - ξεκουράστηκα -
θα ξεκουραστώ

62

I become clean

καθαρίζομαι - καθαρίστηκα -
θα καθαριστώ

63

I am deceived/misled

γελιέμαι - γελάστηκα -
θα γελαστώ

64

I promise

υπόσχομαι - υποσχέθηκα -
θα υποσχεθώ

65

I wish, give blessing

εύχομαι - ευχήθηκα -
θα ευχηθώ

66

I tire/become tired

κουράζομαι - κουράστηκα -
θα κουραστώ

67

I tend to/take care of

περιποιούμαι - περιποιήθηκα -
θα περιποιηθώ

68

I get stung

αγκυλώνομαι - αγκυλώθηκα -
θα αγκυλωθώ

69

I give up/quit/resign

παραιτούμαι - παραιτήθηκα -
θα παραιτηθώ

70

I comb

χτενίζομαι - χτενίστηκα -
θα χτενιστώ

71

I am in a hurry

βιάζομαι - βιάστηκα -
θα βιαστώ

72

I am pulled

τραβιέμαι - τραβήχθηκα (or κτ) -
θα τραβηχτώ

73

I concentrate/dedicate myself

αφοσιώνομαι - αφοσιώθηκα -
θα αφοσιωθώ

74

I relate/tell

διηγούμαι - διηγήθηκα -
θα διηγηθώ

75

I adjust myself to

προσαρμόζομαι - προσαρμόστηκα -
θα ππροσαρμοστώ

76

I exercise myself

γυμνάζομαι - γυμνάστηκα -
θα γυμναστώ

77

I am bored

βαριέμαι - βαρέθηκα -
θα βαρεθώ

78

I get up

σηκώνομαι - σηκώθηκα -
θα σηκωθώ

79

it is about

πρόκειται - -
θα πρόκειται

80

I use

χρησιμοποιούμαι - χρησιμοποιήθηκα -
θα χρησιμοποιηθώ

81

I become/happen

γίνομαι - έγινα -
θα γίνω

82

I am amused/ be amused

διασκεδάζομαι - διασκεδάστηκα -
θα διασκεδαστώ

83

I rely/ support/ lean on

στηρίζομαι - στηρίχτηκα -
θα στηριχτώ

84

I move/shake myself / get a move on

κουνιέμαι - κουνήθηκα -
θα κουνηθώ

85

I return/come again

επανέρχομαι - επανήλθα -
θα επανέλθω

86

I take advantage of

επωφελούμαι - επωφελήθηκα -
θα επωφεληθώ

87

I sit

κάθομαι - κάθισα -
θα καθίσω (κάτσω)

88

I find myself/am situate

βρίσκομαι - βρέθηκα -
θα βρεθώ

89

It is forbidden (3rd person - it)

απαγορεύεται - απαγορεύτηκε -
θα απαγορευτεί

90

I am deprived of/lack

στερούμαι - στερήθηκα -
θα στερηθώ

91

I realise/am aware

συναισθάνομαι - συναισθάνθηκα -
θα συναισθανθώ

92

I am interested in

ενδιαφέρομαι - ενδιαφέρθηκα -
θα ενδιαφερθώ

93

I educate myself

μορφώνομαι - μορφώθηκα -
θα μορφωθώ

94

I arrange/settle/put in order

τακτοποιούμαι - τακτοποιήθηκα -
θα τακτοποιηθώ

95

I appear/seem

εμφανίζομαι - εμφανίστηκα -
θα εμφανιστώ

96

I seem/appear/look

φαίνομαι - φάνηκα -
θα φάνω

97

I worry/am worried

στενοχωριέμαι - στενοχωρέθηκα (or ήθ) -
θα στενοχωρηθώ

98

I nod off/go to sleep

αποκοιμάμαι - αποκοιμήθηκα -
θα αποκοιμηθώ

99

I am satisfied

ικανοποιούμαι - ικανοποιήθηκα -
θα ικανοποιηθώ

100

I come

έρχομαι - ήρθα -
θα ερθώ

101

I ensure/make certain

βεβαιώνομαι - βεβαιώθηκα -
θα βεβαιωθώ

102

I am sorry

λυπάμαι - λυπήθηκα -
θα λυπηθώ

103

I get wet

βρέχομαι - βράχηκα -
θα βραχώ

104

I elope

κλέβομαι - κλέφτηκα -
θα κλεφτώ

105

I deny/refuse

αρνούμαι - αρνήθηκα -
θα αρνηθώ

106

I get lost/disappear/perish

χάνομαι - χάθηκα -
θα χαθώ

107

I become disappointed

απογοητεύομαι - απογοητεύηκα -
θα απογοητευτώ

108

I sneeze

φταρνίζομαι - φταρνίστηκα -
θα φταρνιστώ

109

I benefit from

ωφελούμαι - ωφελήθηκα -
θα ωφεληθώ

110

I fear

φοβάμαι - φοβήθηκα -
θα φοβηθώ

111

I complain

παραπονιέμαι - παραπονέθηκα -
θα παραπονεθώ

112

I am born

γεννιέμαι - γεννήθηκα -
θα γεννηθώ

113

I am glad

χαίρομαι - χάρηκα -
θα χαρώ

114

I claim

ισχυρίζομαι - ισχυρίστηκα -
θα ισχυριστώ

115

I pretend/feign

προσποιούμαι - προσποιήθηκα -
θα προσποιηθώ

116

I get myself ready

ετοιμάζομαι - ετοιμάστηκα -
θα ετοιμαστώ

117

I turn/go towards

κατευθύνομαι - κατευθύνθηκα -
θα κατευθυνθώ

118

I need

χρειάζομαι - χρειάστηκα -
θα χρειαστώ

119

I visit

επισκέφτομαι (or π) - επισκέφτηκα -
θα επισκεφτώ

120

I excuse myself

δικαιολογούμαι - δικαιολογήθηκα -
θα δικαιολογηθώ

121

I am loved

αγαπιέμαι - αγαπήθηκα -
θα αγαπηθώ

122

I am excused

συγχωρούμαι - συγχωρήθηκα -
θα συγχωρηθώ

123

I jump up/leap up

πετάγομαι - πετάχτηκα
θα πεταχτώ

124

I am surprised /taken aback

ξαφνιάζομαι - ξαφνιάστηκα -
θα ξαφνιαστώ

125

I am defeated

νικιέμαι - νικήθηκα -
θα νικηθώ

126

I am called/named

λέγομαι - λέχθηκα -
θα λεχθώ

127

I commit/am committed to/am bound to

δεσμεύομαι - δεσμεύτηκα -
θα δεσμευτώ

128

I am flattered/complimented

κολακεύομαι - κολακεύτηκα -
θα κολακευτώ

129

I become hot

ζεσταίνομαι - ζεστάθηκα -
θα ζεσταθώ

130

I sleep

κοιμάμαι - κοιμήθηκα -
θα κοιμηθώ

131

I move/bestir myself

κινούμαι - κινήθηκα -
θα κινηθώ

132

I think

σκέφτομαι - σκέφτηκα -
θα σκεφτώ

133

I work

εργάζομαι - εργάστηκα -
θα εργαστώ