Vocabulary Δ - 3 Flashcards Preview

GREEK Book 1 > Vocabulary Δ - 3 > Flashcards

Flashcards in Vocabulary Δ - 3 Deck (45):
1

διαφορά (η)

difference

2

διάφορος, διάφορη, διάφορο

different, various, several (adj)

3

διαφωνώ

to disagree

4

διδακτικός,
διδακτική,διδακτικό

teaching (adj)

5

διδασκαλείο (το)

teaching center

6

διδασκαλία (η)

the teaching

7

διδάσκω

to teach

8

δίδυμος, δίδυμη, δίδυμο

twin (adj)

9

διεθνής, διεθνής, διεθνές

international (adj)

10

διεύθυνση (η)

address; management

11

(ο) διευθυντής / (η) διευθύντρια

director(ess), manager

12

διευθύνω

to conduct (orchestra)

13

δικαστήριο (το)

the court

14

δίκη (η)

trial

15

δικηγόρος (ο)

lawyer

16

δικηγοράκος (ο)

(unsuccessful) lawyer (diminutive)

17

δίκιο (το)

right (correct)

18

Πάντα έχεις δίκιο.

You are always right.

19

δίκλινο (το)

double room

20

δίκλινος, δίκλινη, δίκλινο

two bed, double room (adj)

21

δικός μας, δική μας, δικό μας

our, ours

22

δικός μου, δική μου, δικό μου

mine, my

23

δικός σας, δική σας, δικό σας

your, yours (plural)

24

δικός σου, δική σου, δικό σου

your, yours (singular)

25

δικός της, δική της, δικό της

her, hers

26

δικός του, δική του, δικό του

his

27

δικός τους, δική τους, δικό τους

theirs, their

28

δίκτυο (το)

network

29

δίνω

give, prescribe

30

διοργανώνω

to organize

31

διορθώνω

To repair, to restore, to correct

32

δίπλα

beside, next to, by, next door

33

διπλανός, διπλανή, διπλανό

next, adjacent (adj)

34

διπλός, διπλή, διπλό

double

35

διαφημιστικός, διαφημιστική, διαφημιστικό

advertising, promotional

36

δίπλωμα (το)

diploma, degree

37

δίχως

without

38

διψάω / διψώ

to be thirsty

39

διώχνω

to chase away, to kick out

40

δοκιμάζω

to taste, to try, to try on

41

δοκιμαστήριο (το)

fitting room

42

δολάριο (το)

dollar

43

δόντι (το)

tooth

44

δόση (η); (δόσεις)

installment(s)

45

δουλειά (η)

job, occupation, profession; work