Vocabulary Σ - 3 Flashcards Preview

GREEK Book 1 > Vocabulary Σ - 3 > Flashcards

Flashcards in Vocabulary Σ - 3 Deck (45):
1

σουπίτσα (η)

soup (diminutive)

2

σούπερ μάρκετ (το)

supermarket

3

σοφία (η)

wisdom

4

σοφός, σοφή, σοφό

wise (adj)

5

σοφότερος, σοφότερη, σοφότερο

wiser; wisest (w/art.)

6

σπάζω / σπάω

to break; to fracture

7

σπανάκι (το)

spinach

8

σπανακόπιτα (η)

spinach pie

9

σπάνια

rarely, seldom, scarcely

10

σπάνιος, σπάνια, σπάνιο

rare (adj)

11

σπανιότερος, σπανιότερη, σπανιότερο

rarer; rarest (w/art.)

12

σπαταλάω / σπαταλώ

to squander, to waste

13

σπεσιαλιτέ (η)

specialty

14

σπηλιά (η)

cave

15

σπίρτο (το)

match (for fire)

16

σπιτάκι (το)

tiny house (diminutive)

17

σπίτι (το)

house, home

18

σπορ, σπορ, σπορ

sports (adj) (e.g. sports car)

19

σπουδάζω

to study

20

σπουδές (οι)

studies

21

σπυράκι (το)

pimple (diminutive)

22

στάβλος (ο)

stable, stall

23

σταδιακός, σταδιακή, σταδιακό

gradual

24

στάζω

to leak

25

σταθερό (το)

cable phone

26

σταθερός, σταθερή, σταθερό

firm, steady (adj)

27

στάθμη (η)

the level (e.g. of water)

28

σταθμός (ο)

station

29

σταματάω / σταματώ

to stop

30

στάση (η)

the stop

31

σταφύλι (το)

grape

32

στάχτη (η)

ash

33

στεγαστικός, στεγαστική, στεγαστικό

housing (adj)

34

στέγη (η)

roof

35

στέλεχος (το)

the executive

36

στέλνω

to send; to mail

37

στεναχωρημένος / στενοχωρημένος, στενα- χωρημένη / στενοχωρημένη, στεναχωρημένο / στενοχωρημένο

sad

38

στεναχωρώ / στενοχωρώ

to make someone sad

39

στενεύω

to make/get narrow

40

στενό (το)

alley way, lane

41

στενός, στενή, στενό

tight (adj)

42

στέφανα (τα)

wedding wreaths

43

στηθοσκόπιο (το)

stethoscope

44

στοιχείο (το)

element, part; detail

45

στοιχίζω

to cost