NT Greek Vocab - Part 3 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Part 3 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Part 3 Deck (500):
1

μετασχηματίζω

transform; change

2

γαζοφυλάκιον

treasury

3

τρόμος

trembling

4

φόρος

tribute, tax

5

ἅρπαξ

vicious

6

παραβάτης

violator

7

ἀρετή

virtue

8

κῦμα

wave

9

εὖ

well; good

10

καθεξῆς

what follows

11

ληνός

winepress

12

πτέρυξ

wing

13

ἐκμάσσω

wipe

14

πορφυροῦς

a fisher for purple fish; purple

15

ἐπίβλημα

a housecoat; housecoat

16

ἄτοπος

absurd; improper

17

πλουσίως

abundantly

18

κατήγορος

accuser

19

ἀλάβαστρος

alabaster flask

20

ἀπόκρισις

answer

21

ἀποστολή

apostleship

22

καθό

as; in so far as

23

ὅλως

at all

24

σύνδεσμος

band; bond

25

στεῖρα

barren

26

ὡραῖος

beautiful

27

κραταιόω

become strong

28

ὠφέλιμος

beneficial

29

πρωτοκαθεδρία

best seat

30

ὠδίν

birth pains

31

ἐπισκοπή

bishop; visitation

32

κατακαυχάομαι

boast; to boast

33

κλῆμα

branch

34

πλάτος

breadth

35

κατάγνυμι

break

36

διορύσσω

break through, break in

37

μετακαλέω

call, summon

38

ἅρμα

chariot

39

στῆθος

chest; breast

40

ψυχρός

cold

41

γογγυσμός

complaining

42

παραμυθέομαι

console, cheer up

43

προσήλυτος

convert

44

στέγω

cover; endure

45

κτίσμα

creature

46

κακοῦργος

criminal, evil-doer

47

κυλλός

crippled

48

σκολιός

crooked

49

ἐπιφωνέω

cry out

50

πῆχυς

cubit; ell

51

βαθύς

deep

52

μετοικεσία

deportation;

53

ὄλεθρος

destruction

54

εὐλαβής

devout

55

βάπτω

dip, dip in

56

ἄτιμος

dishonored; insignificant

57

στενοχωρία

distress

58

κακοποιέω

do wrong

59

κυνάριον

dog

60

οἰκέτης

domestic slave

61

κτῆνος

domesticated animal; animal

62

περισσῶς

exceedingly

63

ἐκτίθημι

expose, abandon

64

σουδάριον

facecloth

65

πόρρω

far; far off

66

φραγμός

fence

67

πέμπτος

fifth

68

σῦκον

fig

69

μάχη

fighting, quarrels

70

ποίμνη

flock

71

κατακλυσμός

flood, deluge

72

ἄνθος

flower

73

ἀφροσύνη

foolishness

74

πάροικος

foreigner

75

θεμέλιον

foundation

76

τετρακόσιοι

four hundred

77

ἄρωμα

fragrant spice

78

κάμινος

furnace

79

περισσεία

gain; advantage

80

θυρωρός

gatekeeper

81

πραΰς

gentle

82

γνήσιος

genuine

83

δόμα

gift

84

ἔνδοξος

glorious

85

συμπορεύομαι

go with; flock

86

ἀγαθωσύνη

goodness

87

πλεονέκτης

greedy

88

χλωρός

green

89

χάλαζα

hail

90

ἁλληλουϊά

hallelujah

91

ἐλεάω

have mercy on

92

κάλυμμα

head-covering, veil

93

ἀκροατής

hearer

94

λάχανον

herb, vegetable

95

αὐτοῦ

here; there

96

μέλι

honey

97

σεμνός

honorable

98

ταπείνωσις

humiliation

99

εἰδωλολατρία

idolatry

100

ἄγνοια

ignorance

101

ταμεῖον

inner room

102

συνετός

intelligent

103

βούλημα

intention; will

104

ἴασπις

jasper

105

ἀμνός

lamb

106

ἐκδίδωμι

lease

107

ἀριστερός

left

108

λεγιών

legion

109

δανείζω

lend; borrow

110

καθίημι

let down

111

ἀκρίς

locust

112

μακρός

long; far away

113

ζημία

loss

114

κιθάρα

lyre

115

χοϊκός

made of earth

116

μωραίνω

make foolish

117

φάτνη

manger, crib

118

μεσονύκτιον

midnight

119

μύλος

millstone

120

βαλλάντιον

money-bag

121

κράτιστος

most excellent

122

θρηνέω

mourn

123

σμύρνα

myrrh; smyrna

124

ῥύμη

narrow street

125

γείτων

neighbor

126

ἐνενήκοντα

ninety

127

οὐδέπω

not yet

128

ὑποταγή

obedience; subjection

129

ἔνδειξις

omen; proof

130

ἐθνικός

pagan

131

πόνος

pain

132

συγκοινωνός

participant, partner

133

μαλακός

passive homosexual partner

134

ψωμίον

piece of bread

135

στῦλος

pillar

136

ἀρεστός

pleasing

137

ἐπιβουλή

plot

138

δῆμος

popular assembly

139

στοά

portico

140

κτῆμα

possession; landed property

141

παρασκευάζω

prepare

142

δεσμωτήριον

prison

143

λάθρᾳ

privately

144

γέννημα

produce

145

γένημα

product

146

σώφρων

prudent

147

δημόσιος

public

148

πορφύρα

purple

149

βασίλισσα

queen

150

λαγχάνω

receive; cast lots

151

καταλλαγή

reconciliation

152

ἑρπετόν

reptile

153

ὀρθῶς

rightly

154

πετρώδης

rocky, stony

155

ἀποκυλίω

roll away

156

ὑπερῷον

room upstairs

157

κανών

rule

158

σάκκος

sackcloth

159

ἀποπλέω

sail away

160

συναρπάζω

seize

161

ἐγκράτεια

self control; self-control

162

ἑπτάκις

seven times

163

ἐκτινάσσω

shake off/out

164

κατασείω

shake, wave; motion

165

αἰσχρός

shameful

166

ἡσυχία

silence; quietness

167

ἄφωνος

silent

168

ἁμάρτημα

sin

169

λέπρα

skin disease

170

κρανίον

skull

171

βλάσφημος

slandering; blaspheming

172

στρουθίον

sparrow

173

περιί̈στημι

stand around; avoid

174

ἀνακύπτω

stand erect/tall

175

κέντρον

sting; a goad

176

ἱμάς

strap; thong

177

ἐπιστηρίζω

strengthen

178

δαμάζω

subdue

179

γλυκύς

sweet

180

συμπαραλαμβάνω

take along with

181

κῆνσος

tax

182

τετραάρχης

tetrarch

183

θορυβέω

throw into disorder

184

συμβουλεύω

to advise

185

ἐκθαμβέω

to amaze

186

μαθητεύω

to be a disciple

187

εἴωθα

to be accustomed

188

εἰρηνεύω

to be at peace

189

ἀντέχω

to be devoted to

190

διαπορέω

to be greatly perplexed

191

κινδυνεύω

to be in danger

192

μεταμορφόω

to be transformed

193

ἀποκεφαλίζω

to behead

194

κάμπτω

to bend

195

προσάγω

to bring

196

καταφέρω

to bring down

197

καυματίζω

to burn up

198

μοιχάω

to commit adultery

199

ὀρχέομαι

to dance

200

ἀναθεματίζω

to devote

201

ἐπακολουθέω

to devote oneself; to follow after

202

ἀποδείκνυμι

to display; to appoint

203

διαδίδωμι

to distribute

204

ἀποσπάω

to draw away

205

κατασκηνόω

to dwell

206

δειπνέω

to eat

207

συγκλείω

to enclose; confine

208

ἀντλέω

to endure

209

κατακυριεύω

to exercise dominion over; to become master

210

ζυμόω

to ferment, leaven

211

μάχομαι

to fight

212

παρακολουθέω

to follow

213

προοράω

to foresee

214

ἔξειμι

to go out

215

φρουρέω

to guard

216

σκύλλω

to harass; bother

217

ἐξουσιάζω

to have power

218

ἀποκρύπτω

to hide

219

μηνύω

to inform

220

γονυπετέω

to kneel down

221

πικραίνω

to make bitter

222

ἀσφαλίζω

to make secure

223

μίγνυμι

to mix

224

πειθαρχέω

to obey

225

εὐοδόω

to prosper

226

παραζηλόω

to provoke to jealousy

227

ἐξαγοράζω

to purchase

228

ὑποδέχομαι

to receive; to welcome

229

λοιδορέω

to revile

230

κείρω

to shear

231

κολοβόω

to shorten

232

ἐπιφαίνω

to show; to give light to

233

ὁμιλέω

to speak

234

κακολογέω

to speak evil of

235

ὀδυνάω

to suffer pain

236

αἰχμαλωτίζω

to take captive

237

ἐκπειράζω

to tempt

238

ἐκριζόω

to uproot

239

παραχειμάζω

to winter; to spend the winter

240

προγράφω

to write beforehand

241

ὁμοῦ

together

242

πύργος

tower

243

διπλοῦς

two-fold

244

ἀδιαλείπτως

unceasingly

245

ἄγαμος

unmarried

246

ἄσπιλος

unstained; without fault

247

νῖκος

victory

248

ὀπτασία

vision

249

ὅρασις

vision

250

ὀψώνιον

wages

251

ἄνυδρος

waterless, dry

252

φρόνημα

way of thinking, mind

253

μαμωνᾶς

wealth

254

σπουδαίως

with haste; diligently

255

ἀφόβως

without fear

256

θρησκεία

worship

257

ὄφελον

would that

258

νεότης

youth

259

κουστωδία

a guard of soldiers; guard of soldiers

260

γόμος

a ship's freight

261

ἀποστάσιον

abandonment

262

κοπάζω

abate, stope

263

ἀββά

abba;

264

λοιδορία

abuse

265

προσαγωγή

access

266

δίκη

account; penalty; punishment

267

κατηγορία

accusation

268

νουθεσία

admonition

269

μοιχεία

adultery

270

ὄφελος

advantage; benefit

271

ἄλφα

alpha

272

θάμβος

amazement, awe

273

χρῖσμα

anointing

274

παραθήκη

anything entrusted to one

275

παρεκτός

apart from

276

βραχίων

arm

277

κυκλόθεν

around

278

ὁσάκις

as often as

279

φιλοτιμέομαι

aspire

280

θροέω

be aroused

281

θαμβέω

be astounded

282

εὐθυμέω

be cheerful

283

δυνατέω

be effective/able

284

ἀδημονέω

be in anxiety/distressed

285

τυφόω

be puffed up; blinded

286

συμπληρόω

be swamped; fulfill

287

ξυράω

be/get shaved

288

ἐνέχω

bear ill-will

289

κατενώπιον

before

290

βιωτικός

belonging to daily life

291

προδότης

betrayer

292

ὑπερεκπερισσοῦ

beyond all measure

293

δεσμεύω

bind

294

ὄρνεον

bird

295

μακαρισμός

blessing

296

ῥάπισμα

blow

297

ἐκκλάω

break off

298

ἄριστον

breakfast; noon meal

299

μαστός

breast

300

νυμφών

bridal chamber

301

καύσων

burning heat

302

πύρωσις

burning ordeal

303

γαλήνη

calm

304

αἰχμαλωσία

captivity

305

ἐπιμελέομαι

care for

306

ἀνατρέπω

cause to fall; ruin

307

ἐπιβιβάζω

cause to mount

308

κεντυρίων

centurion

309

καθέδρα

chair

310

ἀμφιέννυμι

clothe, dress

311

ψῦχος

cold

312

συγκρίνω

combine; explain

313

σύνειμι

come together

314

ὑπάντησις

coming to meet

315

ἔνταλμα

commandment

316

ἑταῖρος

companion

317

κατάκριμα

condemnation

318

συμμαρτυρέω

confirm by testimony

319

πολυτελής

costly

320

πρεσβυτέριον

council of elders

321

δρόμος

course

322

δειλός

cowardly

323

διάδημα

crown

324

τήρησις

custody, imprisonment

325

σκοτεινός

dark

326

ὄρθρος

dawn

327

ἀσωτία

debauchery

328

ὀφειλή

debt

329

εὐσχημόνως

decently; correctly

330

ἐρήμωσις

devastation

331

συναποθνῄσκω

die with

332

διαστολή

difference, distinction

333

σπουδαῖος

diligent; eager

334

ἀριστάω

dine

335

σκάφη

dish; skiff

336

διασπορά

dispersion; diaspora

337

θεῖος

divine

338

ἀρραβών

down payment

339

δραχμή

drachma

340

πόσις

drinking; a drink

341

μέθη

drunkenness

342

πρόθυμος

eagerness

343

ὠτίον

ear

344

ἑνδέκατος

eleventh

345

ἠλί

eli

346

ἰσότης

equality

347

εὐαγγελιστής

evangelist

348

ἑσπέρα

evening

349

ὀψέ

evening; late in the day

350

δῆλος

evident; clear

351

κακοποιός

evil; evil doers

352

κῶμος

excessive feasting

353

ἀποσυνάγωγος

expelled from the synagogue

354

ἐκπνέω

expire

355

ὄψις

face; appearance

356

καταπίπτω

fall (down)

357

πατριά

family, clan

358

σιτευτός

fed up; fed

359

συναιχμάλωτος

fellow prisoner

360

συνήθεια

fellowship; custom

361

δούλη

female slave

362

ἐκτενῶς

fervently

363

πέδη

fetter

364

δεκαπέντε

fifteen

365

σπόριμος

fit for sowing

366

ῥύσις

flowing, flow

367

συνακολουθέω

follow

368

ἴχνος

footprint

369

μορφή

form

370

ἀλώπηξ

fox

371

εὐωδία

fragrance

372

ἀμέριμνος

free from care

373

πυκνός

frequent

374

Γερασηνός

from

375

πανοπλία

full armor

376

ματαιότης

futility

377

κέρδος

gain

378

διί̈στημι

go away

379

ἐπανάγω

go out; return

380

ἀνέρχομαι

go up, come up

381

σταφυλή

grapes

382

μεγιστάν

great man, courtier

383

φύλαξ

guard

384

παιδαγωγός

guardian, leader

385

σκήνωμα

habitation

386

λιμήν

harbor

387

πώρωσις

hardness

388

σκληροκαρδία

hardness of heart

389

εὐκαιρέω

have time, leisure

390

ἀρχιτρίκλινος

head steward

391

ἴαμα

healing

392

ἴασις

healing

393

ἐπαρκέω

help, aid

394

ἀπόκρυφος

hidden

395

μισθωτός

hired man

396

βόθυνος

hole

397

ἁγιωσύνη

holiness

398

σεμνότης

holiness; reverence

399

φιλόξενος

hospitable

400

ζεστός

hot

401

ἡλίκος

how great

402

ποσάκις

how many times? how often

403

ἑκατονταπλασίων

hundredfold

404

ὀκνηρός

idle

405

ἀθανασία

immortality

406

μεγαλειότης

impressiveness; grandeur; majesty

407

κατάλυμα

inn

408

ἀκέραιος

innocent

409

ἀνεπίλημπτος

irreproachable

410

δεσμοφύλαξ

jailer

411

συγγένεια

kinship

412

μόχθος

labor

413

κριτήριον

lawcourt; lawsuit

414

συναπάγω

lead/associate with

415

ἅλλομαι

leap up

416

ἐκδημέω

leave; be away

417

σκέλος

leg

418

μῆκος

length

419

βιβλαρίδιον

little book

420

δελεάζω

lure, entice

421

ἀργυροῦς

made of silver

422

λίθινος

made of stone; (made of) stone

423

διαφημίζω

make generally known

424

ἀκυρόω

make void

425

ζῳογονέω

make/keep alive

426

ἐπίτροπος

manager

427

ἀπάντησις

meeting

428

οἰκεῖος

member of the household

429

μνημόσυνον

memory; memorial

430

οἰκτίρμων

merciful; compassionate

431

συναναμίγνυμι

mingle, associate with

432

ἀδίκημα

misdeed

433

σωφροσύνη

moderation; self-control

434

κολλυβιστής

money changer

435

σής

moth

436

ἀνθρωποκτόνος

murderer

437

ἄλαλος

mute

438

γυμνότης

nakedness

439

στενός

narrow

440

φυσικός

natural

441

ὅμως

nevertheless

442

ἀχειροποίητος

not made by (human) hand; not made by hands

443

ὑπήκοος

obedient

444

ὑάλινος

of glass

445

πρεσβύτης

old man

446

ἐξώτερος

outside

447

παράδεισος

paradise

448

πατρῷος

paternal

449

τρίβος

path

450

μόδιος

peck measure

451

φοῖνιξ

phoenix; palm branch; phoenician

452

πορθέω

pillage

453

εὐσεβής

pious; godly

454

αὐλέω

play the flute

455

τίλλω

pluck, pick

456

ἰός

poison; rust

457

κολυμβήθρα

pool

458

κεραμεύς

potter

459

πτωχεία

poverty

460

ὕβρις

pride; mistreatment

461

προκοπή

progress, advancement

462

φανερῶς

publicly; clearly

463

ἀπρόσκοπος

purposeless

464

τετράπους

quadrupeds

465

μενοῦνγε

rather

466

τοὐναντίον

rather

467

ἑτοίμως

readily

468

ἀνάγνωσις

reading

469

κλίμα

region

470

ὑπόμνησις

reminder

471

αἴτημα

request

472

Σεβαστός

revered; revered, august

473

ὑπεραίρω

rise up, be elated

474

στέγη

roof

475

δυνάστης

ruler

476

σκυθρωπός

sad, gloomy

477

ἐκπλέω

sail away

478

ναύτης

sailor

479

φάσκω

say, assert

480

ἀρτύω

season

481

ἀσφαλῶς

securely; assuredly

482

ἀσφάλεια

security

483

συναίρω

settle accounts

484

σπαράσσω

shake to and fro

485

κῆρυξ

sharp shells; herald

486

εἰλικρίνεια

sincerity

487

τέχνη

skill

488

σφαγή

slaughter

489

βραδύς

slow

490

λεπτός

small

491

ἀποφθέγγομαι

speak out

492

φθέγγομαι

speak, utter

493

λαλιά

speech

494

πτύω

spit, spit out

495

σπόγγος

sponge

496

μολύνω

stain; defile

497

ἑδραῖος

steadfast; firm

498

κρημνός

steep slope; cliff

499

πρύμνα

stern

500

πνικτός

strangled