NT Greek Vocab - Part 2 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Part 2 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Part 2 Deck (500):
1

ἀπαρχή

first fruits

2

εἰδωλόθυτος

food sacrificed to idols

3

χάριν

for the sake of

4

οὐράνιος

heavenly

5

αἵρεσις

heresy

6

ἔσω

inside

7

νῆσος

island

8

ἄνομος

lawless

9

εὐώνυμος

left

10

ἀστραπή

lightning; light

11

ἐπιποθέω

long for

12

ἄρσην

male

13

οἰκονομία

management; plan

14

μνᾶ

mina

15

σελήνη

moon

16

ὑστέρημα

need

17

περίχωρος

neighboring

18

μαργαρίτης

pearl

19

ὀνειδίζω

reproach, revile

20

στολή

robe

21

ἀρχισυνάγωγος

ruler of a synagogue

22

εὐδοκία

satisfaction

23

ἑξήκοντα

sixty

24

ἔρις

strife

25

κρούω

strike, knock

26

ἀλείφω

to anoint

27

κατάγω

to bring down

28

ἐπέρχομαι

to come

29

προέρχομαι

to come forth; to go on ahead

30

ἀναγκάζω

to compel

31

φθείρω

to corrupt

32

παρρησιάζομαι

to deal boldly; to speak boldly

33

καθαιρέω

to destroy; to bring down

34

θνῄσκω

to die

35

ἀγαθοποιέω

to do good

36

οἰκέω

to dwell

37

βόσκω

to feed

38

τρέφω

to feed; to bring up; to nourish

39

ἐπιδίδωμι

to give

40

πλεονάζω

to increase

41

ἀντιλέγω

to oppose

42

διασκορπίζω

to scatter

43

πιπράσκω

to sell

44

προπέμπω

to send on one's way

45

κραυγάζω

to shout

46

στήκω

to stand

47

διατρίβω

to stay; to spend time

48

μεταπέμπω

to summon

49

λαμπάς

torch; lamp

50

ἄζυμος

unleavened bread

51

ἄμπελος

vine

52

κλαυθμός

weeping

53

πλατεῖα

wide

54

λεπρός

with a skin disease

55

δωρεάν

without cause

56

τεκνίον

(little) child

57

στράτευμα

army

58

κύκλῳ

around

59

βρέφος

baby

60

ζώνη

belt

61

εὐλογητός

blessed

62

νύμφη

bride

63

ἐσθής

clothing

64

ἔνδυμα

clothing

65

συλλέγω

collect, gather

66

συμβούλιον

council

67

βοῦς

cow

68

ζιζάνιον

darnel

69

ἀπολογία

defense; reply

70

βάθος

depth

71

σχίσμα

division

72

ὀκτώ

eight

73

ἴσος

equal

74

εὐνοῦχος

eunuch

75

ὑπερβολή

extraordinary degree

76

δάκτυλος

finger

77

μέτωπον

forehead

78

ἐνέργεια

function

79

ἐπισυνάγω

gather (together)

80

κοράσιον

girl

81

μνῆμα

grave, tomb

82

ἐνθάδε

here

83

ταπεινός

humble; lowly

84

ἀργός

idle

85

κατέναντι

in front of

86

χάραγμα

mark

87

τράχηλος

neck

88

διανοίγω

open; explain

89

ἐναντίος

opposite

90

ἐκτός

outside

91

πραιτώριον

praetorium

92

κήρυγμα

preaching

93

ἁγνός

pure

94

τάχος

quickly

95

μέντοι

really

96

σαπρός

rotten; bad

97

προί̈στημι

rule, direct

98

ἅλας

salt

99

δρέπανον

sickle

100

ἁπλότης

simplicity

101

θησαυρίζω

store up

102

νουθετέω

to admonish; to instruct

103

τάσσω

to appoint

104

ἄπειμι

to be absent; to go

105

ὀργίζω

to be angry

106

καρποφορέω

to bear fruit

107

συγκαλέω

to call together

108

πορνεύω

to commit sexual immorality

109

ἀγωνίζομαι

to compete

110

καλύπτω

to cover up

111

κόπτω

to cut

112

ἐξαιρέω

to deliver

113

ἀπιστέω

to disbelieve

114

δουλόω

to enslave

115

προσπίπτω

to fall down before; to beat against

116

γεμίζω

to fill

117

προσκόπτω

to give offense

118

γογγύζω

to grumble

119

συμβαίνω

to happen

120

ἀντίκειμαι

to oppose

121

περιτίθημι

to place around

122

αἰνέω

to praise

123

διασῴζω

to rescue

124

κινέω

to shake; to move; to cause

125

μεγαλύνω

to speak highly of; to exalt; to magnify

126

κατηχέω

to teach

127

πάντως

totally

128

μεθερμηνεύω

translate

129

διακόσιοι

two hundred

130

ζηλωτής

zealous; enthusiast

131

πτῶμα

(dead) body, corpse

132

ἐγκαλέω

accuse

133

μοιχαλίς

adulteress

134

ὄπισθεν

after

135

ἀήρ

air

136

ἔκστασις

amazement; ecstasy

137

θεῖον

brimstone

138

προσφωνέω

call; address; summon

139

ἐκλογή

chosen; election

140

σπεῖρα

cohort

141

ἐπιταγή

command

142

ὀφειλέτης

debtor

143

ἀτιμία

dishonor

144

ἐπίγειος

earthly

145

εὔκοπος

easy

146

πανταχοῦ

everywhere

147

πεντήκοντα

fifty

148

σαρκικός

fleshly; physical

149

τάφος

grave

150

ἀγέλη

herd

151

δόκιμος

honored

152

ἀνθρώπινος

human

153

ταπεινοφροσύνη

humility

154

εἰδωλολάτρης

idolater

155

εἴπερ

if

156

ἀφθαρσία

immortality

157

Ἑβραϊστί

in

158

ἄφθαρτος

incorruptible

159

ζήτησις

investigation

160

χρηστός

kind

161

φίλημα

kiss

162

χαλάω

let down

163

ἐπιστάτης

master

164

φονεύς

murderer

165

φιμόω

muzzle; to silence

166

οὐθείς

nothing

167

ἀφορμή

opportunity

168

ἡμέτερος

our

169

ἰατρός

physician

170

φθάνω

precede; arrive

171

δοκιμή

proven character

172

ψαλμός

psalm

173

προσμένω

remain/stay with

174

μνεία

remembrance

175

βρυγμός

roaring

176

δῶμα

roof

177

κόκκος

scarlet

178

ἐριθεία

selfish ambition

179

ὀξύς

sharp; quick

180

ᾠδή

song

181

νότος

south (wind)

182

στάδιον

stadium

183

ῥομφαία

sword

184

ἀγανακτέω

to be indignant

185

κυριεύω

to be lord of

186

πνέω

to blow

187

ἐποικοδομέω

to build up; to build upon

188

ἁγνίζω

to dedicate oneself; to purify

189

προστάσσω

to determine; to command

190

ἀτιμάζω

to dishonor; to shame

191

γαμίζω

to give in marriage

192

κρεμάννυμι

to hang

193

θαρσέω

to have courage

194

στοιχέω

to hold to

195

περιβλέπω

to look around

196

πολεμέω

to make war

197

διαστρέφω

to pervert; to turn away

198

κτάομαι

to possess

199

φυσιόω

to puff up

200

συνανάκειμαι

to recline together

201

συγχαίρω

to rejoice with

202

ὑπομιμνῄσκω

to remind

203

ἐλευθερόω

to set free

204

συντρίβω

to shatter; to be broken

205

λάμπω

to shine

206

καθέζομαι

to sit

207

ἐνδυναμόω

to strengthen

208

ῥίπτω

to throw down; to throw away

209

στρατεύω

to wage war; to serve as a soldier

210

ἀποδέχομαι

to welcome; to accept

211

βρέχω

to wet; send rain

212

εὔχομαι

to wish; to pray

213

θόρυβος

turmoil

214

σύνεσις

understanding

215

ἄκαρπος

unfruitful

216

συμβιβάζω

unite; conclude

217

φρέαρ

well; pit

218

ποταπός

what kind of

219

πονηρία

wickedness

220

πρόσκομμα

a cause for stumbling; stumbling

221

κάρφος

a dry stalk; dry stalk

222

βδέλυγμα

abomination

223

μέριμνα

anxiety

224

ἐπιφάνεια

appearance

225

ἐξαυτῆς

at once, immediately

226

βάρβαρος

barbarian

227

κόφινος

basket

228

δοκός

beam of wood

229

καθότι

because

230

περισσός

beyond; unnecessary; superfluous

231

μέλας

black

232

κόλπος

bosom

233

βάρος

burden

234

βαρύς

burdensome

235

βάτος

bush

236

κάμηλος

camel

237

πηλός

clay

238

πεποίθησις

confidence

239

φθαρτός

corruptible; mortal

240

διαπεράω

cross (over)

241

παρασκευή

day of preparation

242

πρᾶξις

deed

243

διαφθορά

destruction; corruption

244

ἀπειθής

disobedient

245

ἑλκύω

draw; attract

246

ὄναρ

dream

247

ἕνδεκα

eleven

248

ἔχθρα

enmity

249

πώποτε

ever

250

φαῦλος

evil

251

πρόφασις

excuse; pretext

252

πυρετός

fever

253

πεντακισχίλιοι

five thousand

254

ἀνόητος

foolish

255

μάταιος

futile

256

ἐπιβαίνω

go up/upon

257

στάχυς

head; stachys

258

ὕψος

height

259

ὡσαννά

hosanna

260

ὑπόκρισις

hypocrisy

261

ἀσέβεια

impiety

262

εἰκῇ

in vain

263

θυμίαμα

incense

264

κλείς

key

265

διάλεκτος

language

266

φύλλον

leaf

267

πήρα

leather pouch; traveler's bag

268

ὁμοίωμα

likeness

269

σινδών

linen cloth/shirt

270

φορτίον

load

271

μάγος

magician

272

ποιητής

maker; poet; doer

273

θνητός

mortal

274

πενθερά

mother-in-law

275

ψυχικός

natural, unspiritual

276

ὀσμή

odor

277

ἐργασία

practice; working

278

καταλλάσσω

reconcile

279

σπόρος

seed

280

αἰγιαλός

shore, beach

281

ἀνυπόκριτος

sincere

282

ὕπνος

sleep

283

ὄξος

sour wine

284

ἀποθήκη

storehouse

285

ἔνι

there is

286

νόημα

thought; mind

287

συνευδοκέω

to approve of

288

σπεύδω

to be eager

289

ἀπορέω

to be perplexed

290

νήφω

to be self-controlled

291

σωφρονέω

to be sensible

292

φορέω

to bear

293

βαρέω

to burden

294

πυρόω

to burn; to refine

295

ἀποφέρω

to carry away

296

συμβάλλω

to compare; to meet

297

βουλεύω

to consider

298

πληροφορέω

to convince fully

299

ἀποκόπτω

to cut away

300

ἐξαπατάω

to deceive

301

ἀποστερέω

to defraud; to rob

302

διαφθείρω

to destroy

303

τρώγω

to eat

304

ἐραυνάω

to examine; to investigate

305

ἐξηγέομαι

to explain

306

ζημιόω

to forfeit

307

περιζώννυμι

to gird

308

ἀποδημέω

to go on a journey

309

ἐγκεντρίζω

to graft in

310

ἐγκακέω

to grow weary

311

κακόω

to harm

312

καταφιλέω

to kiss

313

λείπω

to lack

314

ἀνακλίνω

to lay down

315

περιάγω

to lead around

316

ὑποδείκνυμι

to make known

317

συμφωνέω

to match

318

σκοπέω

to pay careful attention; to look out for

319

ἐπαινέω

to praise

320

προορίζω

to predestine

321

προκόπτω

to progress

322

ἀναπληρόω

to provide

323

ἀπωθέω

to push aside; to reject

324

ἀποτάσσω

to renounce

325

πλέω

to sail

326

σημαίνω

to signify

327

ἐμπτύω

to spit

328

ῥήσσω

to split

329

συλλαλέω

to talk with

330

ἐκδικέω

to vindicate

331

βασανισμός

torture

332

διερμηνεύω

translate; explain

333

δίς

twice

334

ἀνάθεμα

votive offering; curse

335

διεγείρω

wake up, arouse

336

θερμαίνω

warm oneself

337

παρατηρέω

watch; guard

338

χρῆμα

wealth

339

ὅπλον

weapon

340

ἱνατί

why

341

χειμών

winter

342

μόλις

with difficulty

343

λύκος

wolf

344

θαυμαστός

wonderful

345

ἀξίως

worthily; in a manner worthy of

346

ζυγός

yoke

347

ζήτημα

(controversial) question

348

παγίς

a snare; trap

349

περίσσευμα

abundance

350

δεκτός

acceptable

351

εὐπρόσδεκτος

acceptable

352

ἀντίδικος

accuser; enemy

353

υἱοθεσία

adoption

354

παράκλητος

advocate; intercessor

355

ἀντίχριστος

antichrist

356

σπυρίς

basket, hamper

357

φύραμα

batch of dough; lump

358

μεθύω

be drunk

359

μαίνομαι

be mad, crazy

360

ἀνεκτός

bearable

361

κολαφίζω

beat, cuff

362

ἀπέναντι

before

363

ἐναντίον

before

364

γένεσις

birth

365

ἐπίσκοπος

bishop

366

ἀνέγκλητος

blameless

367

πλοιάριον

boat

368

χαλκός

brass; bronze

369

διαρήσσω

break

370

θώραξ

breastplate

371

ἱματισμός

clothing

372

ἔπειμι

come upon/near

373

παραγγελία

command

374

καταδικάζω

condemn, find guilty

375

ὀψάριον

cooked food

376

πανουργία

cunning, craftiness

377

πλάνος

deceitful; deceiver

378

περίλυπος

deeply grieved

379

κύων

dog

380

ὄνος

donkey

381

σύρω

drag, pull

382

ἐλαύνω

drive

383

κονιορτός

dust

384

προθυμία

eagerness

385

ἀετός

eagle

386

κράσπεδον

edge

387

ὄγδοος

eighth

388

νηστεία

fast

389

ἔμφοβος

fear

390

θῆλυς

female

391

ἁλιεύς

fisherman

392

ποίμνιον

flock

393

πέτομαι

fly

394

ἀσύνετος

foolish

395

μωρία

foolishness

396

εἶδος

form

397

τετρακισχίλιοι

four thousand

398

δεκατέσσαρες

fourteen

399

κῆπος

garden

400

ἐπιεικής

gentle

401

ἡδέως

gladly

402

ἀποβαίνω

go away

403

δυσμή

going down, setting

404

ὁδηγός

guide

405

ἥμισυς

half

406

σκληρός

hard; demanding

407

ἐγκόπτω

hinder, thwart

408

ἐπέχω

hold fast

409

ἔντιμος

honored; valuable

410

ὀθόνιον

in pl; piece of fine linen

411

ἐπιγραφή

inscription

412

ἀκαταστασία

insurrection

413

σιδηροῦς

iron

414

δικαίως

justly; rightly

415

ἰδιώτης

layperson

416

κατακλίνω

lie down; recline

417

ἐνοικέω

live, dwell (in)

418

σκηνόω

live, settle

419

βύσσινος

made of linen

420

μεθύσκω

make drunk

421

ἔμπορος

merchant

422

πένθος

mourning

423

σίναπι

mustard

424

μῦθος

myth

425

ἑξῆς

next

426

ἐννέα

nine

427

ὀλιγόπιστος

of little faith

428

ὁποῖος

of what sort

429

δόγμα

ordinance; doctrine

430

ἐπισκιάζω

overshadow

431

προσωπολημψία

partiality

432

πρωτοκλισία

place of honor

433

πίναξ

platter, dish

434

ἡδονή

pleasure

435

μερίς

portion

436

ἀνθύπατος

proconsul

437

εὐσχήμων

proper; prominent

438

ὑπερήφανος

proud; arrogant

439

παροιμία

proverb

440

ἀνάπαυσις

rest

441

βασιλικός

royal

442

σωτήριος

saving; salvation

443

σκορπίζω

scatter, disperse

444

σκορπίος

scorpion

445

ἑβδομήκοντα

seventy

446

φωτεινός

shining

447

ἄρρωστος

sick, ill

448

πλευρά

side

449

ἄργυρος

silver

450

ἔχιδνα

snake

451

ἄνεσις

some liberty

452

πταίω

stumble, trip

453

ἐξαίφνης

suddenly

454

οὐρά

tail

455

παρακύπτω

take a look

456

μαρτύρομαι

testify

457

αἰσχύνω

to be ashamed

458

ἐμβριμάομαι

to be deeply moved

459

ἀφανίζω

to be destroyed

460

ψευδομαρτυρέω

to bear false witness

461

συμπνίγω

to choke

462

συγχέω

to confuse

463

συσταυρόω

to crucify with

464

ἀνακράζω

to cry out

465

καταράομαι

to curse

466

σκοτίζω

to darken

467

δαπανάω

to destroy

468

συνεσθίω

to eat together; to eat togther

469

κενόω

to empty; to render void

470

ἐμπίπλημι

to fill

471

προγινώσκω

to foreknow; to know beforehand

472

παραπορεύομαι

to go beside

473

προβαίνω

to go on

474

πωρόω

to harden

475

ὁδηγέω

to lead

476

ὑβρίζω

to mistreat; to insult

477

πλεονεκτέω

to multiply

478

χρῄζω

to need

479

θηλάζω

to nurse

480

ἐξαλείφω

to obliterate

481

ἀντιτάσσω

to oppose

482

ἐπιχορηγέω

to provide

483

ἡσυχάζω

to remain silent; to rest

484

ἐρημόω

to ruin

485

ὁρμάω

to rush

486

ἀναπέμπω

to send back; to send up

487

μεταδίδωμι

to share

488

ᾄδω

to sing

489

ψάλλω

to sing praise

490

καταλαλέω

to slander

491

στρώννυμι

to spread

492

παίω

to strike

493

ἐκδύω

to strip and rob

494

ὑπολαμβάνω

to suppose

495

ὑπερέχω

to surpass

496

ὑπερβάλλω

to surpass

497

μεθίστημι

to transfer

498

πατέω

to tread; to tread on

499

διαπορεύομαι

to walk through

500

συνεργέω

to work together with