NT Greek Vocab - Luke 1-4 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Luke 1-4 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Luke 1-4 Deck (471):
1

πίμπλημι

to fill with; to complete

2

ἀποκρίνομαι

to answer

3

ἐξέρχομαι

to go out

4

παιδίον

child

5

συναγωγή

assembly

6

ἔτος

year

7

ὑποστρέφω

to return

8

εἰσέρχομαι

to enter

9

θαυμάζω

to be astonished

10

κοιλία

womb

11

μήν

surely

12

νόμος

law

13

οὐδείς

nothing

14

τίκτω

to give birth

15

ἀνίστημι

to raise up

16

ἔρημος

desolate; desert

17

ἕως

until

18

κεῖμαι

to be given

19

Ναζαρέθ

Nazareth

20

πληρόω

to fulfill; to fill

21

συλλαμβάνω

to arrest

22

ἄφεσις

forgiveness

23

ἑτοιμάζω

to prepare

24

Ἡρῴδης

Herod

25

ὕψιστος

most high

26

βασιλεία

kingdom

27

βιβλίον

book

28

γενεά

generation

29

γονεύς

parent

30

δύναμαι

to be able

31

δαιμόνιον

demon

32

διέρχομαι

to go through; to review

33

λατρεύω

to serve; to worship

34

μέσος

in the middle; middle

35

παῖς

child

36

περίχωρος

neighboring

37

προβαίνω

to go on

38

Συμεών

Symeon, Simeon

39

τετρααρχέω

to be tetrarch

40

τρεῖς

three

41

φάτνη

manger, crib

42

χήρα

widow

43

ἀπέρχομαι

to depart

44

ἀπογράφω

register

45

ἀσπασμός

greeting

46

ἅπας

all

47

ἐκπορεύομαι

to come out

48

ἐπερωτάω

to ask

49

ἐπιτιμάω

rebuke, reprove

50

ἐφίστημι

to approach; to be in charge of; to stand near

51

Ἠλίας

Elijah

52

αἰνέω

to praise

53

γνωρίζω

to make known

54

δένδρον

tree

55

δεκτός

acceptable

56

διαλογίζομαι

to consider; to reason

57

δούλη

female slave

58

θεραπεύω

to heal

59

θυμίαμα

incense

60

καταβαίνω

to go down

61

Καφαρναούμ

Capernaum

62

Καϊνάμ

Cainan

63

κραταιόω

become strong

64

κἀγώ

and I

65

λύτρωσις

redemption; ransom

66

Λευί

Levi

67

μήποτε

that not

68

Μαθθάτ

Matthat

69

Ματταθίας

Mattathias

70

μεγαλύνω

to speak highly of; to exalt; to magnify

71

Μελχί

Melchi

72

μιμνῄσκομαι

to remember

73

μνηστεύω

woo, betroth

74

νομίζω

to think; to consider

75

οἰκουμένη

world

76

οὐχί

not

77

οὗ

where

78

παρίστημι

to stand by; to stand before

79

παραχρῆμα

at once

80

παρθένος

virgin

81

πατρίς

homeland

82

πεινάω

to hunger

83

περιστερά

dove

84

περιτέμνω

to circumcise

85

πούς

foot

86

προσδέχομαι

to wait for

87

προσδοκάω

to expect; to wait for

88

προσεύχομαι

to pray

89

προσκυνέω

to worship

90

πυρετός

fever

91

σάββατον

sabbath; Sabbath

92

σήμερον

today

93

Σαλά

Sala

94

σεαυτοῦ

yourself

95

σκιρτάω

to leap for joy

96

σπαργανόω

swaddling-clothes; wrap in swathing band

97

στεῖρα

barren

98

συγγενής

related, akin to

99

συντελέω

to complete

100

σωτήριος

saving; salvation

101

χώρα

region

102

ἀγαλλίασις

exultation

103

ἀκάθαρτος

unclean; impure

104

ἀμφότεροι

both

105

ἀνάγω

to lead up; to bring

106

ἀναβαίνω

to enter; to come up

107

ἀναζητέω

to look for

108

ἀνοίγω

to open

109

ἀφίστημι

to depart

110

ἄρτος

bread

111

ἄχρι

as far as

112

ἐκεῖνος

that

113

ἐκπλήσσω

to be greatly astounded

114

ἐπιγινώσκω

to recognize; to know

115

ἐπισκέπτομαι

to examine; to care for

116

ἐφημερία

a division (of the priests) for the daily service of the temple

117

ἑορτή

feast

118

ἔθος

custom

119

ἕκτος

sixth

120

ἕτερος

other

121

Ἠσαΐας

Isaiah

122

ἡγεμονεύω

be leader; rule

123

Ἰορδάνης

Jordan

124

ὀρεινός

hilly, mountainous

125

ὅλος

whole

126

ὅσος

as many as

127

ὑπηρέτης

servant

128

αἰχμάλωτος

captive

129

αἴρω

to take away

130

αὐτόπτης

eyewitness

131

Αὔγουστος

Augustus

132

βίβλος

book

133

Βόος

Boaz

134

βλάπτω

to hurt

135

βοάω

to cry out

136

βουνός

hill

137

βρῶμα

food

138

γένεσις

birth

139

γέννημα

produce

140

γαστήρ

belly

141

γνωστός

known

142

γῆρας

old age

143

δέχομαι

to receive; to welcome

144

δή

then

145

δόγμα

ordinance; doctrine

146

δύνω

go down, set

147

δείκνυμι

to show

148

διήγησις

narrative

149

διακαθαίρω

purge, clean out

150

διαλαλέω

discuss

151

διαλογισμός

reasoning

152

διαμένω

to continue; to remain

153

διανεύω

to wink

154

διανοίγω

open; explain

155

διασείω

extort

156

διασκορπίζω

to scatter

157

διατάσσω

to give orders; to order

158

διαταράσσω

confuse

159

διατηρέω

to keep

160

διαφυλάσσω

to guard

161

δικαίωμα

regulation

162

δυνάστης

ruler

163

εἰσάγω

to bring in

164

εἰσακούω

to hear

165

εἴωθα

to be accustomed

166

εἷς

one

167

εὐδοκέω

to delight in

168

εὐδοκία

satisfaction

169

εὐλαβής

devout

170

ζεῦγος

yoke, team

171

Ζοροβαβέλ

Zorobabel

172

θάμβος

amazement, awe

173

Θάρα

Thara

174

Θεόφιλος

Theophilus

175

θραύω

to break

176

θυμός

anger; rage

177

θυμιάω

make an incense offering

178

θυσιαστήριον

altar

179

κάθημαι

to sit

180

κάτω

below; down

181

κέρας

horn

182

καθέζομαι

to sit

183

καθίζω

to sit down

184

καθότι

because

185

καθαιρέω

to destroy; to bring down

186

καθαρίζω

to purify; to cleanse

187

καθαρισμός

cleansing

188

καθεξῆς

what follows

189

κατάλυμα

inn

190

κατέρχομαι

come down; arrive

191

κατέχω

to prevent; to restrain; to suppress

192

κατακαίω

to burn up

193

κατακλείω

shut up

194

κατακρημνίζω

throw off a cliff

195

κατευθύνω

to direct

196

κατηχέω

to teach

197

κενός

empty

198

κλείω

to shut

199

κράτιστος

most excellent

200

κραυγάζω

to shout

201

κραυγή

shouting

202

Κυρήνιος

Quirinius

203

Κωσάμ

Cosam

204

κωφός

mute; deaf

205

λαγχάνω

receive; cast lots

206

λειτουργία

service; ministry

207

λεπρός

with a skin disease

208

λεῖος

smooth, level

209

λιμός

famine

210

Λυσανίας

Lysanias

211

Μάαθ

Maath

212

μήτρα

womb

213

Μαθουσαλά

Mathusala

214

μακαρίζω

to call blessed

215

Μαλελεήλ

Maleleel

216

μαρτυρέω

to be well spoken of

217

Ματταθά

Mattatha

218

Μελεά

Melea

219

Μεννά

Menna

220

μεταδίδωμι

to share

221

μισέω

to hate

222

Μωϋσῆς

Moses

223

νόσος

sickness

224

Ναασσών

Nahshon

225

Ναγγαί

Naggai

226

Ναζαρά

Nazareth

227

Ναζαρηνός

Nazarene

228

Ναθάμ

Nathan

229

Ναιμάν

Naiman

230

Ναούμ

Naoum

231

Ναχώρ

Nahor

232

Νηρί

Neri

233

νηστεία

fast

234

νοσσός

fledgling

235

οὐράνιος

heavenly

236

πάντως

totally

237

πάσχα

Passover

238

πόθεν

from where

239

Πόντιος

Pontius

240

παράκλησις

encouragement

241

παρακολουθέω

to follow

242

παρθενία

virginity

243

πατριά

family, clan

244

πειράζω

to attempt; to put to the test

245

πενθερά

mother-in-law

246

πεντεκαιδέκατος

fifteenth

247

περίοικος

living around

248

περικρύβω

to hide

249

περιλάμπω

shine around

250

περιοικέω

be in the area of

251

πινακίδιον

writing tablet

252

πλήρης

full

253

πληροφορέω

to convince fully

254

πλουτέω

to be rich

255

ποίμνη

flock

256

πονηρός

evil

257

ποταπός

what kind of

258

πράσσω

to do

259

πρίν

before

260

πρεσβύτης

old man

261

προέρχομαι

to come forth; to go on ahead

262

προκόπτω

to progress

263

προπορεύομαι

to go on before

264

προστίθημι

to add to

265

προφῆτις

prophet

266

πρωτότοκος

firstborn

267

πρᾶγμα

deed

268

πτύον

winnowing-shovel or fan

269

πτύσσω

fold/roll up, close

270

πτερύγιον

a tarret or pinnacle

271

πτωχός

poor

272

πτῶσις

fall

273

πῶς

how

274

Σάρεπτα

Sarepta; Sareptas

275

Σήθ

Seth

276

Σήμ

Shem

277

σίκερα

beer

278

σύνεσις

understanding

279

Σύρος

Syrian

280

Σαλαθιήλ

Salathiel

281

Σεμεΐν

Semein

282

Σερούχ

Serouch

283

Σιδώνιος

Sidonian

284

σιωπάω

to be silent

285

σκιά

shade; shadow

286

σπέρμα

descendant

287

σπεύδω

to be eager

288

σπλάγχνον

compassion

289

σπουδή

eagerness

290

στιγμή

moment

291

στρατιά

army

292

συγγένεια

kinship

293

συγγενίς

kinswoman

294

συγχαίρω

to rejoice with

295

συκοφαντέω

harass, squeeze

296

συλλαλέω

to talk with

297

συμβάλλω

to compare; to meet

298

συνάγω

to come together

299

συνέχω

to restrain; to hold together

300

συνίημι

to understand

301

συνοδία

caravan

302

συντηρέω

to preserve

303

Συρία

Syria

304

σωματικός

of the body

305

σῖτος

wheat

306

τάξις

order

307

τέ

both

308

τέσσαρες

four

309

ταπείνωσις

humiliation

310

τελέω

to complete

311

τελώνης

tax-collector

312

τελείωσις

perfection; fulfillment

313

τελειόω

to perfect

314

τεσσεράκοντα

forty

315

τετραάρχης

tetrarch

316

τρέφω

to feed; to bring up; to nourish

317

τρίβος

path

318

τραχύς

rough

319

Τραχωνῖτις

(the) Trachonitis

320

τριάκοντα

thirty

321

τρυγών

pigeon, turtledove

322

τυφλός

blind

323

Φάλεκ

Phalek

324

φάραγξ

ravine; valley

325

φήμη

report, news

326

Φανουήλ

Phanuel

327

Φαρές

Perez

328

φεύγω

to flee

329

φρόνησις

wisdom

330

φυλάσσω

to observe; to keep

331

φυλή

tribe

332

χαριτόω

to bestow favor on

333

χιτών

shirt; tunic

334

χρίω

to anoint

335

χρηματίζω

make known a divine warning

336

χρονίζω

to take a long time

337

Ἀβιά

Abia

338

Ἀβιληνή

Abilene

339

ἀγκάλη

arm

340

ἀγραυλέω

to live out of doors

341

Ἀδδί

Addi

342

Ἀδμίν

Admin

343

ἀδυνατέω

it is impossible

344

ἀκριβῶς

accurately; carefully

345

Ἀμώς

Amos

346

ἀνάβλεψις

recovery of sight

347

ἀνάδειξις

commissioning

348

ἀναγινώσκω

to read

349

ἀνακλίνω

to lay down

350

ἀνακράζω

to cry out

351

ἀναπτύσσω

unroll

352

ἀνατάσσομαι

to organize in a series

353

ἀνατολή

east

354

ἀναφωνέω

to call aloud

355

ἀνευρίσκω

look/search for

356

ἀνθομολογέομαι

praise, thank

357

ἀντιλέγω

to oppose

358

ἀντιλαμβάνω

to help; to perceive

359

ἀξίνη

axe-head

360

ἀπόκρισις

answer

361

ἀπειθής

disobedient

362

ἀπογραφή

census

363

ἀποθήκη

storehouse

364

ἀπολύω

to send away

365

ἀρκέω

to be sufficient

366

ἀρχιερεύς

high priest

367

Ἀσήρ

Asher

368

ἀσθενέω

to be weak

369

ἀσφάλεια

security

370

ἀτενίζω

to look intently at

371

ἀφίημι

to forgive

372

ἀφόβως

without fear

373

ἀφαιρέω

to take away

374

ἄμεμπτος

blameless

375

ἄνωθεν

from above

376

ἄρσην

male

377

ἄσβεστος

unquenchable; lime

378

ἄχυρον

chaff

379

ἅλων

threshing floor

380

Ἅννας

Annas; Hannah

381

ἆρα

then

382

ἐάω

to permit

383

ἐθίζω

accustom

384

ἐκβάλλω

to throw out

385

ἐκεῖ

there

386

ἐκκόπτω

to remove; to cut off; to cut out

387

ἐκπειράζω

to tempt

388

ἐλέγχω

to correct; to expose

389

Ἐλισαῖος

Elisha

390

ἐμπίπλημι

to fill

391

Ἐνώς

Enos

392

ἐναντίον

before

393

ἐνιαυτός

year

394

ἐννεύω

to make signs

395

ἐντέλλω

to command

396

ἐντεῦθεν

from here

397

ἐντολή

commandment

398

ἐξίστημι

to astonish; to amaze

399

ἐξαίφνης

suddenly

400

ἐξαποστέλλω

to send out

401

ἐπάνω

above

402

ἐπέρχομαι

to come

403

ἐπεί

since

404

ἐπειδήπερ

inasmuch as, since

405

ἐπεῖδον

to concern oneself with

406

ἐπιβλέπω

to look upon

407

ἐπιδίδωμι

to give

408

ἐπιζητέω

to seek after

409

ἐπιπίπτω

to fall upon; to fall on

410

ἐπισκιάζω

overshadow

411

ἐπιτάσσω

to command

412

ἐπιτίθημι

to place upon

413

ἐπιφαίνω

to show; to give light to

414

ἐπιχειρέω

to try

415

ἐρωτάω

to ask

416

ἐσθίω

to eat

417

ἑπτά

seven

418

Ἑσλί

Esli

419

Ἑσρώμ

Hezron

420

ἔα

ah!

421

Ἔβερ

Eber

422

ἔγκυος

pregnant

423

ἔναντι

before

424

ἔτι

still

425

ἔχιδνα

snake

426

ἕνεκα

for the sake of; because of

427

Ἠλί

Eli

428

ἡγεμονία

reign; rule

429

ἡλικία

maturity; life span

430

Ἡρῳδιάς

Herodias

431

ἤδη

already

432

Ἤρ

Er

433

ἦχος

sound

434

Ἰάρετ

Jared

435

Ἰανναί

Jannai

436

ἰατρός

physician

437

Ἰεσσαί

Jesse

438

ἰσχυρός

strong

439

Ἰτουραῖος

Ituraea

440

Ἰωανάν

Joanan

441

Ἰωβήδ

Obed

442

Ἰωδά

Iodae

443

Ἰωνάμ

Jonam

444

Ἰωρίμ

Jorim

445

Ἰωσήχ

Josech

446

ἱερατεία

priest's office

447

ἱερατεύω

to perform the service of a priest

448

Ἱεροσόλυμα

Jerusalem

449

ἱκανός

adequate; sufficient

450

ἱμάς

strap; thong

451

ὀγδοήκοντα

eighty

452

ὀδυνάω

to suffer pain

453

ὀμνύω

to swear

454

ὀπτασία

vision

455

ὀφρῦς

brow, edge

456

ὀψώνιον

wages

457

ὁσιότης

holiness

458

ὄγδοος

eighth

459

ὄνειδος

reproach

460

ὅρκος

oath

461

ὑπόδημα

sandal

462

ὑποδείκνυμι

to make known

463

ὕψος

height

464

ὡσεί

like; about

465

ὧδε

here

466

ῥίζα

root

467

ῥίπτω

to throw down; to throw away

468

ῥύομαι

to rescue; to deliver

469

Ῥαγαύ

Ragau

470

Ῥησά

Rhesa

471

ῥομφαία

sword