NT Greek Vocab - Hebrews - Part 1 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Hebrews - Part 1 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Hebrews - Part 1 Deck (300):
1

πολυμερῶς

in various parts

2

πολυτρόπως

various

3

ἀπαύγασμα

radiance

4

χαρακτήρ

representation

5

καθαρισμός

cleansing

6

εἰσάγω

to bring in

7

φλόξ

flame

8

εὐθύτης

uprightness

9

μισέω

to hate

10

χρίω

to anoint

11

ἀγαλλίασις

exultation

12

θεμελιόω

to establish; to lay the foundation

13

ἀπόλλυμι

to destroy

14

διαμένω

to continue; to remain

15

ὡσεί

like; about

16

περιβόλαιον

covering, garment

17

ἑλίσσω

turn round

18

ἀλλάσσω

to change

19

ἐκλείπω

to be inferior

20

λειτουργικός

ministering

21

παραρρέω

wash/drift away

22

παρακοή

disobedience

23

ἔνδικος

just

24

τηλικοῦτος

so great

25

συνεπιμαρτυρέω

to testify at the same time

26

σημεῖον

sign

27

τέρας

wonder

28

θέλησις

will

29

διαμαρτύρομαι

testify

30

ἐπισκέπτομαι

to examine; to care for

31

ὑποκάτω

under, below

32

ἀνυπότακτος

independent; rebellious

33

ἀπαγγέλλω

to report

34

μέσος

in the middle; middle

35

ὑμνέω

sing praise to/of

36

παραπλησίως

similarly

37

καταργέω

to abolish

38

ἀπαλλάσσω

to release; to depart

39

ἔνοχος

guilty

40

δουλεία

slavery; service

41

δήπου

of course, surely

42

ὁμοιόω

to become like

43

ἐλεήμων

merciful

44

ἱλάσκομαι

propitiate; expiate

45

βοηθέω

to help

46

κλῆσις

calling

47

ἀπόστολος

apostle

48

θεράπων

servant

49

καύχημα

boast

50

ἀφίστημι

to depart

51

ἀπάτη

deceit; deception

52

παραπικραίνω

to become angry

53

κῶλον

a limb; limb

54

καθάπερ

just as

55

κἀκεῖνος

also that; and that

56

συγκεράννυμι

to unite

57

καίτοι

and yet

58

ὁρίζω

to appoint

59

προεῖπον

to have already said; to say before

60

σαββατισμός

sabbath rest

61

σπουδάζω

to be eager

62

ἐνεργής

effective, active

63

τομός

sharp

64

δίστομος

double-mouthed

65

διϊκνέομαι

to go through

66

ἁρμός

joint

67

μυελός

marrow

68

κριτικός

able to judge

69

ἐνθύμησις

desire

70

ἔννοια

thought

71

ἀφανής

invisible, hidden

72

τραχηλίζω

lay bear

73

διέρχομαι

to go through; to review

74

βοήθεια

help; an aid

75

εὔκαιρος

well-timed, suitable

76

μετριοπαθέω

deal gently

77

ἀγνοέω

to not know

78

καθώσπερ

even as

79

ἱκετηρία

supplication

80

κραυγή

shouting

81

εἰσακούω

to hear

82

μανθάνω

to learn

83

ὑπακοή

obedience

84

προσαγορεύω

to call; to greet

85

δυσερμήνευτος

hard to explain

86

λόγιον

saying

87

ἄπειρος

boundless

88

νήπιος

child

89

αἰσθητήριον

faculty

90

ἕξις

maturity

91

διάκρισις

discernment

92

τελειότης

perfection

93

καταβάλλω

throw down

94

ἐπίθεσις

laying on

95

ἐπιτρέπω

to permit; to allow

96

δωρεά

gift

97

παραπίπτω

to fall away

98

ἀνακαινίζω

to renew

99

παραδειγματίζω

expose

100

ὑετός

rain

101

τίκτω

to give birth

102

βοτάνη

vegetation

103

εὔθετος

suitable

104

γεωργέω

to cultivate

105

ἐκφέρω

to produce; to bring out

106

ἄκανθα

thorn bush

107

τρίβολος

thistle

108

ἀδόκιμος

disqualified

109

κατάρα

curse

110

καῦσις

burning

111

μακροθυμία

patience

112

μήν

surely

113

μακροθυμέω

to be patient

114

βεβαίωσις

confirmation

115

ἐπιδείκνυμι

to show; to demonstrate

116

μεσιτεύω

guarantee

117

καταφεύγω

flee; take refuge

118

ἀσφαλής

certain; safe

119

ἄγκυρα

anchor

120

ἐσώτερος

inner

121

πρόδρομος

going before

122

ὕψιστος

most high

123

ὑποστρέφω

to return

124

κοπή

cutting down

125

μερίζω

to share; to divide

126

ἑρμηνεύω

to interpret

127

ἀπάτωρ

without father

128

ἀμήτωρ

motherless

129

ἀγενεαλόγητος

without genealogy

130

ἀφομοιόω

to make like

131

θεωρέω

to see; to look at

132

πηλίκος

how large/great

133

πατριάρχης

a patriarch; patriarch

134

ἀκροθίνιον

spoils

135

ἱερατεία

priest's office

136

ἀποδεκατόω

pay/collect a tithe

137

γενεαλογέω

trace descent

138

ἐλάσσων

less

139

ἔπος

word

140

τελείωσις

perfection; fulfillment

141

πρόδηλος

evident

142

ἀνατέλλω

to rise

143

κατάδηλος

very clear

144

ἀκατάλυτος

perpetual

145

προάγω

to go before

146

ἀνωφελής

useless

147

ἐπεισαγωγή

bringing in, introduction

148

μεταμέλομαι

to feel repentence

149

παραμένω

to continue

150

ἀπαράβατος

permanent, unchangeable

151

παντελής

completely; forever

152

ἐντυγχάνω

to intercede

153

ὅσιος

holy

154

ἄκακος

innocent

155

χωρίζω

to remove

156

κεφάλαιον

summary

157

πήγνυμι

to set up

158

ἀναγκαῖος

necessary

159

ἄμεμπτος

blameless

160

μέμφομαι

to blame; to find fault

161

συντελέω

to complete

162

ἐξάγω

to lead out

163

ἐμμένω

to continue

164

κἀγώ

and I

165

πολίτης

citizen

166

γηράσκω

to grow old

167

ἀφανισμός

destruction

168

κοσμικός

worldly

169

λυχνία

lampstand

170

τράπεζα

table; meal

171

πρόθεσις

purpose

172

ἄρτος

bread

173

θυμιατήριον

incense altar

174

περικαλύπτω

to cover/conceal

175

πάντοθεν

from all directions

176

στάμνος

jar

177

βλαστάνω

to bud

178

πλάξ

tablet

179

ὑπεράνω

(high) above

180

κατασκιάζω

to overshadow

181

ἱλαστήριον

means of expiation

182

εἴσειμι

to go in

183

ἀγνόημα

sin committed in ignorance

184

μήπω

not yet

185

στάσις

rebellion

186

ἐνίστημι

to be present

187

πόμα

drink

188

ἐπίκειμαι

to be set

189

διόρθωσις

improvement, reformation

190

παραγίνομαι

to come

191

λύτρωσις

redemption; ransom

192

κοινόω

to defile

193

σποδός

ashes

194

δάμαλις

heifer

195

καθαρότης

purity

196

ἄμωμος

blameless

197

κόκκινος

scarlet

198

ἔριον

wool

199

σχεδόν

nearly

200

αἱματεκχυσία

shedding of blood

201

ἀντίτυπος

copy

202

πρόσωπον

face; presence

203

συντέλεια

end; completion

204

ἀπόκειμαι

reserve; it is certain

205

ἀπεκδέχομαι

to await eagerly

206

ἀνάμνησις

remembrance

207

ἀφαιρέω

to take away

208

κεφαλίς

roll of a book

209

ἀνώτερος

higher; preceding

210

ἀναιρέω

to execute; to destroy

211

λειτουργέω

to serve; to minster

212

περιαιρέω

take away

213

εἴσοδος

entrance

214

πρόσφατος

recent

215

λούω

to wash; to bathe

216

καθαρός

pure

217

ἀκλινής

without wavering

218

παροξυσμός

convulsion

219

ἀλλήλων

one another

220

ἐπισυναγωγή

gathering together

221

ἔθος

custom

222

ἑκουσίως

willingly

223

ἐπίγνωσις

knowledge

224

ἀλήθεια

truth

225

ἐκδοχή

expectation

226

ζῆλος

jealousy

227

ὑπεναντίος

opposed, hostile

228

ἀθετέω

to reject; to declare invalid

229

οἰκτιρμός

compassion; mercy

230

τιμωρία

punishment

231

ἐνυβρίζω

to insult, outrage

232

ἐκδίκησις

vengeance, punishment

233

ἀνταποδίδωμι

repay

234

ἐμπίπτω

to fall

235

ἀναμιμνῄσκω

remind

236

ἄθλησις

contest

237

θεατρίζω

to make a spectacle of

238

κοινωνός

sharer; partner

239

ἁρπαγή

robbery; plunder

240

ὑπάρχω

to be

241

ὕπαρξις

possession

242

ἀποβάλλω

to throw off

243

χρονίζω

to take a long time

244

ὑποστέλλω

draw back, withdraw

245

ὑποστολή

hesitancy, timidity

246

ἀπώλεια

destruction

247

περιποίησις

a possession; preservation

248

ἐλπίζω

to hope

249

ἔλεγχος

proof

250

πρεσβύτερος

presbyter

251

νοέω

to understand

252

φαίνω

to appear

253

μισθαποδότης

rewarder

254

μηδέπω

not yet

255

εὐλαβέομαι

to reverence

256

κατακρίνω

to condemn

257

ἐπίσταμαι

to know

258

παροικέω

to dwell temporarily

259

κατοικέω

to dwell

260

συγκληρονόμος

fellow heir

261

ἡλικία

maturity; life span

262

πλῆθος

crowd

263

ἀναρίθμητος

innumerable

264

ἄμμος

sand

265

πόρρωθεν

from a distance

266

παρεπίδημος

sojourning

267

πατρίς

homeland

268

ἐκβαίνω

go out, come from

269

ἀνακάμπτω

return

270

ὀρέγω

aspire to, strive for

271

ἐπικαλέω

to call

272

ἑτοιμάζω

to prepare

273

ἀναδέχομαι

to experience

274

δυνατός

able

275

ἐγείρω

to raise up

276

ἄκρον

tip; top

277

τελευτάω

to die

278

ἔξοδος

departure

279

ὀστέον

bone

280

τρίμηνος

of three months

281

ἀστεῖος

handsome; well-bred

282

διάταγμα

edict

283

ἀρνέομαι

to deny

284

αἱρέομαι

take; choose

285

συγκακουχέομαι

to suffer with

286

πρόσκαιρος

temporary

287

ἀπόλαυσις

enjoyment

288

ἀποβλέπω

look, pay attention

289

καρτερέω

be strong; endure

290

ἀόρατος

invisible

291

πρόσχυσις

pouring

292

ὀλοθρεύω

destroy, ruin

293

διαβαίνω

to cross over

294

ἐρυθρός

red

295

ξηρός

withered

296

καταπίνω

swallow

297

τεῖχος

wall

298

κυκλόω

to surround; to go around

299

ἑπτά

seven

300

πόρνη

prostitute