NT Greek Vocab - Part 4 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Part 4 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Part 4 Deck (500):
1

ἄφνω

suddenly

2

πάθος

suffering

3

ἀρκετός

sufficient

4

θέρος

summer

5

ἀπαίρω

take away; depart

6

βυρσεύς

tanner

7

διδακτός

taught

8

τελώνιον

tax booth

9

νομοδιδάσκαλος

teacher of the law; a teacher of the law

10

διαίρεσις

tearing apart

11

καθαίρεσις

tearing down

12

νηφάλιος

temperate; sober

13

καταμαρτυρέω

testify against

14

θέατρον

theater; a play

15

ἀπειλή

threat

16

ἀλοάω

thresh

17

διαζώννυμι

tie around

18

ὑποδέω

tie/bind, put on

19

περιποιέω

to acquire; to obtain

20

διαγγέλλω

to announce

21

ἐνδημέω

to be at home

22

σκοτόω

to be darkened

23

στενοχωρέω

to be distressed

24

τετρααρχέω

to be tetrarch

25

κακοπαθέω

to bear hardship patiently

26

τυφλόω

to blind

27

ἐπάγω

to bring on

28

καταναρκάω

to burden

29

ἀνατρέφω

to care for

30

περιφέρω

to carry about

31

πνίγω

to choke

32

προχειρίζω

to choose

33

καταγινώσκω

to condemn

34

καταξιόω

to consider worthy

35

κατακαλύπτω

to cover

36

σκάπτω

to cultivate

37

ἀπατάω

to deceive; to live pleasurably

38

ἀποχωρέω

to depart

39

ἀστοχέω

to deviate

40

ὀρύσσω

to dig

41

κατευθύνω

to direct

42

παρακούω

to disobey

43

ὑποφέρω

to endure

44

ἀποφεύγω

to escape

45

ἀπαλλοτριόω

to estrange

46

περιπίπτω

to experience

47

ἐξακολουθέω

to follow

48

ἐκψύχω

to give up the spirit; to faint

49

τρυγάω

to harvest

50

ὠδίνω

to have birth pains

51

ἀντιλαμβάνω

to help; to perceive

52

συντρέχω

to join with

53

νοσφίζω

to keep back

54

καταγελάω

to laugh at

55

σκιρτάω

to leap for joy

56

συζάω

to live with

57

ἀναζητέω

to look for

58

ἐπιβλέπω

to look upon

59

πλατύνω

to make broad

60

στερεόω

to make firm or solid

61

πλουτίζω

to make rich

62

κεράννυμι

to mix

63

ἀριθμέω

to number

64

συντάσσω

to order; organize

65

κατισχύω

to overpower

66

διαγίνομαι

to pass/elapse

67

ἀνήκω

to pertain to

68

προτίθημι

to plan; to appoint

69

ἀροτριάω

to plow

70

διαρπάζω

to plunder thoroughly

71

δωρέομαι

to present

72

συντηρέω

to preserve

73

ἀγγαρεύω

to press into service

74

συντίθημι

to put with

75

ἐξετάζω

to question; to inquire

76

συνεγείρω

to raise together

77

ἐξανίστημι

to raise up

78

ἀποκαταλλάσσω

to reconcile

79

λυτρόω

to redeem

80

προστρέχω

to run up to

81

διασπείρω

to scatter

82

διαβλέπω

to see clearly

83

ὑπηρετέω

to serve

84

συγκοινωνέω

to share

85

δεικνύω

to show

86

οἴομαι

to suppose; to think

87

ὑπονοέω

to suspect

88

σαρόω

to sweep

89

προνοέω

to take thought for; to take into consideration

90

παραβαίνω

to transgress

91

τρέμω

to tremble

92

ἐπιχειρέω

to try

93

ἐκκλίνω

to turn aside; to stay away from

94

προλαμβάνω

to undertake

95

ἀναστατόω

to unsettle

96

προλέγω

to warn; to tell beforehand

97

πλύνω

to wash

98

ἐπιβαρέω

to weigh down; to be a burden to

99

ἐντυλίσσω

to wrap up; to wrap (up)

100

ἐγγράφω

to write down

101

βάσανος

torment

102

θεραπεία

treatment; healing

103

ἄσβεστος

unquenchable; lime

104

εὔχρηστος

useful

105

πολύτιμος

very precious

106

βία

violence

107

ψῆφος

voting-pebble

108

εὐχή

vow; prayer

109

πλόος

voyage

110

ὑδρία

water jar

111

μαλακία

weakness

112

πλέκω

weave, plait

113

εὐγενής

well-born

114

ἐπάν

when, as soon as

115

λαῖλαψ

whirlwind

116

ἄγριος

wild; savage

117

δυσκόλως

with difficulty

118

ἄνευ

without

119

ἄλογος

without reason

120

μνηστεύω

woo, betroth

121

ἕλκος

wound; sore

122

νεανίας

young man

123

μεσουράνημα

zenith

124

λίτρα

(Roman) pound (327.45 grams)

125

πρωί̈α

(early) morning

126

δερμάτινος

(made of) leather

127

Ταρσεύς

a

128

ὀφείλημα

a debt; debt

129

ἐφημερία

a division (of the priests) for the daily service of the temple

130

ἐμπαίκτης

a mocker; mocker

131

κατασκήνωσις

a place to live

132

προσωπολήμπτης

a respecter of persons

133

πτερύγιον

a tarret or pinnacle

134

βδελύσσομαι

abhor

135

ἀπόδεκτος

acceptable

136

ἀποδοχή

acceptance

137

ἔγκλημα

accusation

138

ἐνέργημα

activity

139

προσανατίθημι

add; contribute

140

πάροινος

addicted to wine

141

σύμφορος

advantageous

142

πρεσβεία

ambassador

143

ἐνέδρα

ambush

144

ἄτερ

apart from; without

145

φάντασμα

apparition; ghost

146

ἀρχάγγελος

archangel

147

στρατιά

army

148

ἐρεθίζω

arouse, provoke

149

ἀλαζονεία

arrogance

150

αὐθάδης

arrogant

151

ἀκριβόω

ascertain precisely

152

ἐπαιτέω

ask besides

153

ἀσσάριον

assarion

154

αἰσχροκερδής

avaricious

155

ἀξίνη

axe-head

156

λουτρόν

bath, washing

157

παράκειμαι

be at hand, ready

158

ἡττάομαι

be defeated

159

προσκολλάω

be devoted to, join

160

ζέω

be enthusiastic

161

ἐμπορεύομαι

be in business; trade

162

ἡγεμονεύω

be leader; rule

163

ἔοικα

be like, resemble

164

ῥιζόω

be/become rooted

165

ῥαβδίζω

beat with a rod; to beat

166

ἔναντι

before

167

ἀναγεννάω

beget again

168

προσαίτης

beggar

169

ἐνάρχομαι

begin

170

ἀσχημονέω

behave disgracefully

171

κύπτω

bend down

172

γενέσια

birthday celebration

173

χαλινός

bit, bridle

174

πικρός

bitter

175

πικρῶς

bitterly

176

ἀμέμπτως

blamelessly

177

ἀλαζών

boastful

178

γεννητός

born

179

πρῷρα

bow (of a ship)

180

τρύβλιον

bowl, dish

181

κλάσις

breaking; fracturing

182

πνοή

breath

183

τέκτων

builder, carpenter

184

πλήκτης

bully

185

καῦμα

burning, heat

186

συνθάπτω

bury (together) with

187

αὐτόματος

by itself

188

πεζῇ

by land

189

μηδαμῶς

by no means

190

ψηφίζω

calculate; interpret

191

ζωγρέω

capture alive

192

σάρδιον

carnelian, sardius

193

εὐνουχίζω

castrate

194

ἄγρα

catching; a catch

195

ἀπογραφή

census

196

ἄχυρον

chaff

197

κενοφωνία

chatter

198

σιαγών

cheek

199

θάλπω

cherish, comfort

200

ἄτεκνος

childless

201

ἀποπνίγω

choke; drown

202

πολιτεία

citizenship; way of life

203

πολιτάρχης

city official

204

ἐκκαθαίρω

cleanse

205

καμμύω

close (the eyes)

206

λογεία

collection

207

ἐφικνέομαι

come to, reach

208

εὔσπλαγχνος

compassionate

209

διαγογγύζω

complain

210

ὁλόκληρος

complete

211

συστρατιώτης

comrade in arms

212

κατάκρισις

condemnation

213

κυρόω

confirm; conclude

214

σύμμορφος

conformed to

215

ῥαβδοῦχος

constable

216

αὐτάρκεια

contentment

217

εὐκαίρως

conveniently

218

ἀκρογωνιαῖος

cornerstone

219

νομίμως

correctly

220

βουλευτής

councillor

221

μωμάομαι

criticize, blame

222

ψιχίον

crumb

223

λικμάω

crush

224

ὕαλος

crystal; glass

225

ἐπικατάρατος

cursed

226

διχοτομέω

cut in two

227

ἐπιούσιος

daily

228

μίσθιος

day laborer

229

νέκρωσις

deadness

230

χρεοφειλέτης

debtor

231

φωλεός

den, lair, hole

232

μετοικίζω

deport, resettle

233

ἀναλόω

destroy, consume

234

καταστροφή

destruction

235

διαγινώσκω

determine

236

σέβασμα

devotional object

237

δίδραχμον

didrachma; weight of dragmai

238

χαλεπός

difficult

239

ἥττημα

discomfiture

240

διαλαλέω

discuss

241

ἀθέμιτος

disgusting

242

παροψίς

dish

243

ἀτάκτως

disorderly

244

διχοστασία

dissension

245

τάραχος

disturbance, commotion

246

ἀρσενοκοίτης

dominant homosexual partner

247

ὑποζύγιον

donkey

248

δίψυχος

double-minded

249

σπάω

draw, pull (out)

250

ἀνασπάω

draw/pull up

251

μέθυσος

drunkard

252

οἰκητήριον

dwelling

253

κατοικητήριον

dwelling place

254

ἀποκαραδοκία

eager expectation

255

ὠτάριον

ear

256

πρωϊνός

early in the day

257

ὀστράκινος

earthenware

258

δεκαοκτώ

eighteen

259

ὀγδοήκοντα

eighty

260

μόρφωσις

embodiment; form

261

φωτισμός

enlightenment, light

262

καταδουλόω

enslave

263

συνεισέρχομαι

enter with

264

ἀί̈διος

eternal

265

καταλαλιά

evil speech; slander

266

ὑπερλίαν

exceedingly

267

μεταλλάσσω

exchange

268

προϋπάρχω

exist before

269

προσδοκία

expectation

270

στρατεία

expedition, campaign

271

ἱλασμός

expiation; sacrifice

272

διασαφέω

explain

273

ὄμμα

eye

274

ὀφθαλμοδουλία

eye service

275

πτῶσις

fall

276

ψευδάδελφος

false brother

277

ψευδόχριστος

false messiah

278

ψευδόμαρτυς

false witness

279

ψευδομαρτυρία

false witness

280

ὀργυιά

fathom

281

ἀνεξιχνίαστος

fathomless

282

συνευωχέομαι

feast together

283

ἀδελφότης

fellowship of believers; community of believers

284

πυρρός

fiery red

285

ῥυπαρός

filthy; defiled

286

χαλκολίβανον

fine bronze

287

ἐξαρτίζω

finish; equip

288

πυρά

fire

289

πεντακόσιοι

five hundred

290

ἀστράπτω

flash, gleam

291

ἀναβαθμός

flight of stairs

292

αὐλητής

flutist

293

ἄνοια

folly

294

πρόγνωσις

foreknowledge

295

προκαταγγέλλω

foretell

296

σχῆμα

form

297

τεσσερακονταετής

forty years

298

τεσσαρεσκαιδέκατος

fourteenth

299

λίβανος

frankincense

300

ἐλαφρός

frivolous

301

οὐρανόθεν

from heaven

302

ἔνθεν

from here

303

πνευματικῶς

from the

304

χολή

gall

305

συστρέφω

gather up

306

γενεαλογία

genealogy

307

ἐπιείκεια

gentleness

308

πιστικός

genuine

309

δώρημα

gift

310

χρυσόω

gild/adorn with gold

311

ζώννυμι

gird

312

ἀποκυέω

give birth to

313

δόσις

giving

314

εὐφροσύνη

gladness

315

φάγος

glutton

316

μεταίρω

go away

317

δύνω

go down, set

318

διοδεύω

go, travel through

319

εὐσεβῶς

godly

320

στεναγμός

groan

321

πρασιά

group by group

322

αὔξω

grow; cause to grow

323

αὔξησις

growth, increase

324

συκοφαντέω

harass, squeeze

325

δυσβάστακτος

hard to bear

326

ἄστοργος

hardhearted

327

ὑπέρογκος

haughty, pompous

328

πυρέσσω

have a fever

329

οἰκτίρω

have compassion

330

ἀνθρακιά

heap of charcoal

331

σωρεύω

heap/pile up

332

περικεφαλαία

helmet

333

ὄρνις

hen

334

κρυφαῖος

hidden

335

ἐγκρύπτω

hide

336

βουνός

hill

337

ὀρεινός

hilly, mountainous

338

μισθόω

hire, engage

339

ὁσιότης

holiness

340

ἱερός

holy

341

κόσμιος

honorable; appropriate

342

ἱππεύς

horseman

343

ξενία

hospitality

344

ὕμνος

hymn of praise

345

ἀγνωσία

ignorance

346

ἄμετρος

immeasurable

347

ὁρμή

impulse

348

Ἑλληνιστί

in

349

μάτην

in vain

350

λιβανωτός

incense

351

ἀναπολόγητος

inexcusable

352

ἥσσων

inferior; less

353

ἀθῷος

innocent

354

ἀναίτιος

innocent

355

μυρίος

innumerable

356

ἔντευξις

intercession

357

τόκος

interest

358

ἀδυνατέω

it is impossible

359

κεράμιον

jar

360

συζεύγνυμι

join together, pair

361

ὁδοιπορία

journey

362

πορεία

journey; conduct

363

δικαστής

judge

364

δικαίωσις

justification

365

στέλλω

keep away; avoid

366

ἔριφος

kid, he-goat

367

ἀνάπτω

kindle

368

φιλανθρωπία

kindness

369

εὐεργεσία

kindness; benefit

370

καρδιογνώστης

knower of hearts

371

κυρία

lady

372

ὀδυρμός

lamentation

373

λίνον

lamp-wick; garment

374

πέρυσι

last year

375

ἀνόμως

lawlessly

376

διαχειρίζω

lay hands on; kill

377

κατατίθημι

lay, place; give

378

χειραγωγέω

lead by the hand

379

ἔννομος

legal, lawful

380

λεμά

lema

381

ἐνεδρεύω

lie in wait

382

ἁφή

ligament

383

ἀναφαίνω

light up; appear

384

φέγγος

light, radiance

385

κρίνον

lily

386

συστέλλω

limit, shorten; remove

387

θυγάτριον

little daughter

388

ἰχθύδιον

little fish

389

ἔκπαλαι

long ago

390

ἐπιπόθησις

longing

391

ἀνευρίσκω

look/search for

392

φιλάργυρος

lover of money

393

φωστήρ

luminary

394

τρυφή

luxury

395

κιθαρῳδός

lyre-player, harpist

396

κρίθινος

made of barley

397

ἀνάπειρος

maimed; handicapped

398

φανέρωσις

manifestation; disclosure

399

χλαμύς

mantle

400

ἀγοραῖος

market people

401

θαῦμα

marvel

402

πορισμός

means of gain

403

κρέας

meat

404

περίεργος

meddlesome

405

οἰκιακός

member of a household

406

ἀγγελία

message

407

ἡδύοσμον

mint

408

ἔσοπτρον

mirror

409

ἐλεεινός

miserable

410

ταλαιπωρία

misery

411

γλωσσόκομον

money-box, purse

412

ἧλος

nail

413

νάρδος

nard

414

ὑστέρησις

need

415

ῥαφίς

needle

416

ἄγναφος

new

417

καινότης

newness

418

νεύω

nod

419

νυστάζω

nod, doze

420

μεσημβρία

noon; the south

421

βορρᾶς

north

422

νῆστις

not eating

423

ὀνικός

of a donkey

424

αὐθαίρετος

of one's own accord

425

σωματικός

of the body

426

ἀκάνθινος

of thorns

427

σπένδω

offer a libation

428

χαμαί

on the ground

429

πράκτωρ

one who exacts punishment

430

μονόφθαλμος

one-eyed

431

διαταγή

ordinance

432

ὀρφανός

orphan

433

κλίβανος

oven

434

ὀδύνη

pain, woe

435

βασίλειος

palace; kingdom

436

πρόγονος

parents

437

συμπόσιον

party, group

438

νομή

pasture

439

ἄμαχος

peaceable

440

κοδράντης

penny

441

ἀνθρωπάρεσκος

people pleaser

442

συνοράω

perceive; realize

443

τάχα

perhaps, probably

444

ἐκκεντέω

pierce

445

κιθαρίζω

play the lyre; harp

446

φάρμακος

poisoner; sorcerer

447

κατάσχεσις

possession

448

καταχέω

pour out/down

449

αἶνος

praise

450

ἐνταφιασμός

preparation for burial

451

συνθλίβω

press together

452

ἐπίστασις

pressure, care

453

ἱεράτευμα

priesthood

454

συνοχή

prison

455

δεσμώτης

prisoner

456

βραβεῖον

prize

457

κεραία

projection, hook

458

ἐπάγγελμα

promise

459

οὐσία

property, wealth

460

προφῆτις

prophet

461

προφητικός

prophetic

462

ὑποτύπωσις

prototype; standard

463

ἐπαρχεία

province

464

πρόνοια

provision; foresight

465

αὐστηρός

punctilious, strict

466

ἔκδικος

punishing; punisher

467

κόλασις

punishment

468

ἁγνότης

purity

469

ἁγνεία

purity

470

ἐξωθέω

push out; run ashore

471

ἐκφύω

put forth

472

χοῖνιξ

quart

473

ἡσύχιος

quiet

474

βροχή

rain

475

ἶρις

rainbow; halo

476

λύτρον

ransom

477

θεριστής

reaper, harvester

478

ἀποστασία

rebellion, abandonment

479

ἐπιδέχομαι

receive, welcome

480

δοχή

reception; banquet

481

προπετής

reckless

482

ἀντιμισθία

recompense

483

ἐνθυμέομαι

reflect (on)

484

ἀποβολή

rejection; loss

485

ἀνοχή

relief; pause

486

περιλείπομαι

remain, be left behind

487

ἀπόθεσις

removal

488

παλιγγενεσία

renewal

489

ἀνακαίνωσις

renewal

490

φήμη

report, news

491

ἐντροπή

respect

492

ἀκατάστατος

restless

493

καταστέλλω

restrain, quiet

494

ἀνταπόδομα

reward; recompense

495

εὐκαιρία

right moment

496

κρύσταλλος

rock-crystal

497

σχοινίον

rope

498

τραχύς

rough

499

κλύδων

rough water

500

πηδάλιον

rudder