NT Greek Vocab - Part 7 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Part 7 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Part 7 Deck (500):
1

αἰδώς

modesty; reverence

2

ὑγρός

moist; green

3

ἰκμάς

moisture

4

στιγμή

moment

5

κερματιστής

money changer

6

τραπεζίτης

money changer

7

ῥυπαρία

moral uncleanness

8

φωσφόρος

morning star

9

ὁμολογουμένως

most certainly

10

ἀμάω

mow

11

συκάμινος

mulberry-tree

12

πολυλογία

multitude of words

13

ἀναίρεσις

murder, killing

14

ἀνδροφόνος

murderer

15

συμφωνία

music; band; bagpipe

16

μουσικός

musical

17

βλητέος

must be put

18

κατατομή

mutilation

19

διήγησις

narrative

20

φυσικῶς

naturally

21

κυβέρνησις

navigation; generalship

22

ἆσσον

nearer

23

βελόνη

needle

24

νοσσιά

nest

25

ἀμφίβληστρον

net

26

θήρα

net, trap

27

μηδέποτε

never

28

νεομηνία

new moon

29

γλεῦκος

new wine

30

ἀρτιγέννητος

newborn

31

νεόφυτος

newly converted

32

βρόχος

noose

33

ἀβαρής

not burdensome

34

ἀγενής

not of noble birth

35

ἀκατάγνωστος

not to be condemned

36

ἀνεύθετος

not well placed

37

τροφός

nurse; mother

38

αἰσχρότης

obscenity

39

παρατήρησις

observation

40

προσκοπή

occasion for taking offense

41

Ποντικός

of

42

Ἀδραμυττηνός

of

43

ἐπάναγκες

of a necessary nature

44

ἰσόψυχος

of equal spirit

45

τρίχινος

of hair

46

ἐλεφάντινος

of ivory

47

κεραμικός

of or for pottery

48

προβατικός

of sheep or goats; pertaining to sheep

49

ἱερόθυτος

offered to idols

50

ἀπόκριμα

official report

51

περικάθαρμα

off-scouring

52

περίψημα

offscouring; most humble servant

53

γῆρας

old age

54

πρεσβῦτις

older woman

55

ἐλαιών

olive grove

56

ὀκταήμερος

on the eighth day

57

τεταρταῖος

on the fourth day

58

δευτεραῖος

on the second day

59

παραυτίκα

on the spot

60

πατρολῴας

one who kills his father

61

μητρολῴας

one who kills his mother

62

ἄνοιξις

opening

63

τρῆμα

opening, hole

64

ἀντιπέρα

opposite

65

ἄντικρυς

opposite

66

ἤπερ

or; than

67

ἐπενδύτης

outer garment

68

κτήτωρ

owner

69

χάρτης

papyrus roll

70

μεμβράνα

parchment

71

πρόσκλισις

partiality

72

διέξοδος

parting

73

πάρεσις

passing over

74

ὑπέρακμος

past one's prime

75

πατρικός

paternal

76

ἀνεξίκακος

patient

77

μακροθύμως

patiently

78

ἀποτίνω

pay damages

79

καθοράω

perceive, notice

80

τελείως

perfectly; completely

81

ἴσως

perhaps, probably

82

ἐπίορκος

perjurer

83

ἐπιτροπή

permission

84

ἀπορία

perplexity

85

διώκτης

persecutor

86

προσκαρτέρησις

perseverence

87

πεισμονή

persuasion

88

πειθός

persuasive

89

πιθανολογία

persuasive speech

90

φιλόσοφος

philosopher

91

φιλοσοφία

philosophy

92

περιπείρω

pierce, impale

93

τρυγών

pigeon, turtledove

94

προσκεφάλαιον

pillow

95

ξέστης

pitcher

96

χῶρος

place

97

τηλαυγῶς

plainly

98

φυτεία

plant

99

προσφιλής

pleasing

100

ἄροτρον

plow

101

διθάλασσος

point of land

102

ἀλίσγημα

pollution

103

φαντασία

pomp, pageantry

104

πένης

poor

105

πενιχρός

poor

106

ἐνδεής

poor

107

ἀναβολή

postponement

108

βρύω

pour forth

109

κραταιός

powerful; mighty

110

ὁμότεχνος

practicing the same trade

111

ἀνθομολογέομαι

praise, thank

112

εὔφημος

praiseworthy

113

φυλακτήριον

prayer-band

114

ἔγκυος

pregnant

115

πρόκριμα

prejudice

116

ἑτοιμασία

preparation

117

πιέζω

press

118

ἀποθλίβω

press upon, crowd

119

διακωλύω

prevent

120

νύσσω

prick

121

φυσίωσις

pride

122

προευαγγελίζομαι

proclaim in advance

123

ἐξαγγέλλω

proclaim, report

124

καταγγελεύς

proclaimer

125

ἐξοχή

prominence

126

συντόμως

promptly; briefly

127

τεκμήριον

proof

128

ἀπόδειξις

proof

129

ἔνδειγμα

proof

130

ἀναλογία

proportion

131

εὐπορία

prosperity

132

ἐπισιτισμός

provisions

133

παροργισμός

provocation

134

προκαλέω

provoke, challenge

135

φρονίμως

prudently, shrewdly

136

ἐπιτιμία

punishment

137

ἁγνῶς

purely

138

διακαθαίρω

purge, clean out

139

ἁγνισμός

purification

140

ἐμβιβάζω

put in

141

καταλέγω

put on a list

142

περίθεσις

putting on

143

ἔνδυσις

putting on

144

ἐρίζω

quarrel, wrangle

145

ἤρεμος

quiet

146

ἔκδηλος

quite evident, plain

147

ὄμβρος

rainstorm

148

ἀντίλυτρον

ransom

149

ῥιπή

rapid movement

150

μενοῦν

rather

151

φάραγξ

ravine; valley

152

στασιαστής

rebel, revolutionary

153

ἐπιπλήσσω

rebuke, reprove

154

λῆμψις

receiving

155

προσφάτως

recently

156

ἀμοιβή

recompense

157

ἀνάβλεψις

recovery of sight

158

σκύβαλον

refuse, garbage

159

ἡγεμονία

reign; rule

160

ἀπόβλητος

rejected

161

λύσις

release, separation

162

δεισιδαιμονία

religiosity

163

θρῆσκος

religious

164

ὑπόλειμμα

remainder

165

ἀπέκδυσις

removal

166

φάσις

report, news

167

ὄνειδος

reproach

168

ἔλεγξις

reproving

169

ἐπερώτημα

request

170

ἀποκατάστασις

restoration

171

ἐξανάστασις

resurrection

172

ἔγερσις

resurrection

173

ἱεροπρεπής

reverent, venerable

174

ἀνταπόδοσις

reward

175

τιμιότης

richness

176

αἴνιγμα

riddle; indirectly

177

δικαιοκρισία

righteous judgment

178

δακτύλιος

ring

179

ἐξηχέω

ring out

180

μυκάομαι

roar

181

ἱεροσυλέω

rob temples

182

συλάω

rob, sack

183

σπιλάς

rock, a reef

184

κυλισμός

rolling

185

οἴκημα

room

186

πήγανον

rue

187

κατατρέχω

run down

188

εἰστρέχω

run in

189

ὑποτρέχω

run; sail under the lee of

190

κωμόπολις

rural town

191

ἐκπηδάω

rush out; live

192

ἱερόσυλος

sacrilegious person

193

στηριγμός

safe position

194

παραπλέω

sail past

195

διαπλέω

sail through

196

πτύσμα

saliva

197

ἁλυκός

salty

198

σάπφιρος

sapphire

199

σαρδόνυξ

sardonyx

200

πλησμονή

satiety

201

ἀνήμερος

savage, brutal

202

λεπίς

scale

203

ὀλίγως

scarcely

204

μόγις

scarcely, with difficulty

205

σπερμολόγος

scrapmonger, scavenger

206

κῆτος

sea monster

207

παράλιος

seacoast

208

ἄραφος

seamless

209

παρείσακτος

secretly brought in

210

αὐγάζω

see; shine

211

σπορά

seed

212

αὐτοκατάκριτος

self-condemned

213

ἐγκρατής

self-controlled

214

ἐθελοθρησκία

self-made religion

215

αὐτάρκης

self-sufficient

216

συναποστέλλω

send with

217

ὄσφρησις

sense of smell; nose

218

ἐπιδύω

set (upon)

219

ἑπτακισχίλιοι

seven thousand

220

ἑβδομηκοντάκις

seventy times

221

ἀποσκίασμα

shadow

222

ἀναίδεια

shamelessness

223

μετάλημψις

sharing (in)

224

μετοχή

sharing, participation

225

θυρεός

shield

226

μετακινέω

shift, remove

227

διαυγάζω

shine through; dawn

228

ναῦς

ship

229

ἀναστενάζω

sigh deeply

230

κατανεύω

signal

231

σύσσημον

signal

232

κέλευσμα

signal, command

233

σιρικός

silk

234

ἀργυροκόπος

silversmith

235

ἀφελότης

simplicity

236

γνησίως

sincerely

237

ἁπλῶς

sincerely

238

ἐπικαθίζω

sit

239

παρακαθέζομαι

sit beside

240

χρώς

skin

241

κατάλαλος

slanderous

242

κατασφάζω

slaughter, strike down

243

ἀνδραποδιστής

slave-dealer

244

κοίμησις

sleep

245

βραδύτης

slowness

246

πανοῦργος

sly; crafty

247

νησίον

small island

248

ἐγχρίω

smear on, anoint

249

τύφω

smoke, smolder

250

χρηστολογία

smooth speech

251

λεῖος

smooth, level

252

ἀσπίς

snake

253

οὐκοῦν

so then

254

σωφρόνως

soberly, moderately

255

δεῖνα

somebody

256

ἁρπαγμός

something to be grasped

257

ἠχέω

sound, ring out

258

ἀφθορία

soundness

259

λίψ

south

260

ὗς

sow

261

εὐρύχωρος

spacious

262

ἀλληγορέω

speak allegorically

263

ἑτερόγλωσσος

speaking a foreign language

264

ψευδολόγος

speaking falsely

265

λόγχη

spear, lance

266

θεωρία

spectacle, sight

267

ὁμιλία

speech

268

ἐνεός

speechless

269

διανυκτερεύω

spend the night

270

ἐκδαπανάω

spend, exhaust

271

ἐπιφανής

splendid, remarkable

272

λαμπρῶς

splendidly

273

λαμπρότης

splendor

274

σκῦλον

spoils

275

στρωννύω

spread; to spread

276

κατασκοπέω

spy out

277

τετράδιον

squad of 4 soldiers

278

καλάμη

stalk, straw

279

ἀναπηδάω

stand up

280

στατήρ

stater

281

καταμένω

stay, live

282

κλέμμα

stealing

283

βαθμός

step; grade

284

σκληροτράχηλος

stiff-necked

285

στόμαχος

stomach

286

λιθόστρωτος

stone pavement; mosaic

287

ἀποθησαυρίζω

store up, lay up

288

παράδοξος

strange

289

προτείνω

stretch/spread out

290

πλήσσω

strike

291

πάλη

struggle against

292

στίγμα

stud

293

κατάνυξις

stupefaction

294

παθητός

subject to suffering

295

καταχθόνιος

subterranean

296

διάδοχος

successor

297

τοιόσδε

such as this

298

ἐξάπινα

suddenly

299

προπάσχω

suffer previously

300

κακοπάθεια

suffering

301

ὑδρωπικός

suffering from edema

302

θειώδης

sulphurous

303

διατροφή

support; sustenance

304

σάλος

surge

305

ὑπερβαλλόντως

surpassingly

306

περικυκλόω

surround, encircle

307

ὑπόνοια

suspicion, conjecture

308

ἱδρώς

sweat

309

ποταμοφόρητος

swept away by a river

310

σίδηρος

sword; iron

311

συμπαθής

sympathetic

312

καθάπτω

take hold of, seize

313

ἀπασπάζομαι

take leave of

314

ἀνάλημψις

taking up

315

ταλιθά

talitha

316

φλυαρέω

talk nonsense

317

συνομιλέω

talk/live with

318

ματαιολόγος

talking idly

319

θεοδίδακτος

taught by

320

ταβέρναι

tavern

321

καλοδιδάσκαλος

teaching what is good

322

ἐκλαλέω

tell

323

νεωκόρος

temple keeper

324

κορβανᾶς

temple treasury

325

μύριοι

ten thousand

326

σκηνοποιός

tentmaker

327

φόβητρον

terror

328

εὐχάριστος

thankful

329

πλάσμα

that which is molded

330

δωδεκάφυλον

the twelve tribes

331

μηρός

thigh

332

τρίστεγον

third story

333

δίψος

thirst

334

τοὔνομα

this one, that one

335

σκόλοψ

thorn, splinter

336

ἐπίνοια

thought; intent

337

προσαπειλέω

threaten further

338

τρισχίλιοι

three thousand

339

βολή

throw

340

κατακρημνίζω

throw off a cliff

341

ἀμφιβάλλω

throw or put round

342

ῥιπτέω

throw; put down

343

ἀποστυγέω

to abhor

344

ὑπερπλεονάζω

to abound

345

προαιτιάομαι

to accuse beforehand

346

ἀσεβέω

to act impiously

347

ὀρθοποδέω

to act rightly

348

ἐπιδιατάσσομαι

to add a codicil

349

συγκατατίθημι

to agree with

350

προφθάνω

to anticipate

351

ὀπτάνομαι

to appear

352

παρεισφέρω

to apply

353

προχειροτονέω

to appoint beforehand

354

προσεγγίζω

to approach

355

καθοπλίζω

to arm

356

ὁπλίζω

to arm

357

ἐπισκευάζομαι

to arrange

358

ἐξαιτέω

to ask with success

359

πειράω

to attempt

360

παρεδρεύω

to attend to

361

ἀναμένω

to await

362

ἐξυπνίζω

to awaken from sleep

363

νηπιάζω

to be (as) a child

364

περιεργάζομαι

to be a meddler

365

χολάω

to be angry

366

μετεωρίζομαι

to be anxious

367

προμεριμνάω

to be anxious beforehand

368

συνεφίστημι

to be aware of guilt; to be aware of

369

συγκαταψηφίζομαι

to be chosen together with

370

συμμορφίζω

to be conformed to

371

ἀνδρίζομαι

to be courageous; to act courageously

372

δειλιάω

to be cowardly

373

περισπάω

to be distracted

374

ἀνεμίζω

to be driven by the wind

375

ζηλεύω

to be eager

376

προέχω

to be first

377

καταστρηνιάω

to be governed by strong physical desire

378

ἀστατέω

to be homeless

379

ἀργέω

to be idle

380

ἔνειμι

to be in; to be possible

381

ἑσσόομαι

to be inferior to

382

φροντίζω

to be intent on

383

χρηστεύομαι

to be kind

384

παρομοιάζω

to be like

385

μυωπάζω

to be nearsighted

386

παροίχομαι

to be past

387

πτωχεύω

to be poor

388

γυμνιτεύω

to be poorly clothed

389

ἐνδέχομαι

to be possible

390

ὑψηλοφρονέω

to be proud

391

κατανύσσομαι

to be sorely pricked

392

συμπάρειμι

to be together

393

θορυβάζω

to be troubled

394

ἑτεροζυγέω

to be unevenly yoked

395

θυμομαχέω

to be very angry

396

φρυάσσω

to be wanton; to be unruly

397

τεκνογονέω

to bear children

398

τροποφορέω

to bear with

399

προμαρτύρομαι

to bear witness to beforehand

400

ἐπιγαμβρεύω

to become kin through marriage

401

διαλλάσσομαι

to become reconciled

402

κατιόω

to become rusty

403

προσαιτέω

to beg

404

ματαιόω

to behave foolishly

405

συγκύπτω

to bend down

406

συγκάμπτω

to bend together; to bend

407

προδίδωμι

to betray; to give in advance

408

ῥώννυμι

to bid farewell

409

δάκνω

to bite

410

κατευλογέω

to bless

411

ἀκμάζω

to bloom

412

ὑποπνέω

to blow gently

413

περπερεύομαι

to boast

414

ἐγκαυχάομαι

to boast

415

συνομορέω

to border on

416

καυστηριάζω

to brand

417

θραύω

to break

418

ῥήγνυμι

to break forth

419

παρανομέω

to break the law

420

ἐμφυσάω

to breathe on

421

τεκνοτροφέω

to bring up children

422

συνοικοδομέω

to build up together

423

καταβαρέω

to burden

424

ἀναφωνέω

to call aloud

425

παρενοχλέω

to cause one much annoyance

426

κατοικίζω

to cause to dwell

427

μεταβάλλω

to change

428

αἱρετίζω

to choose

429

ἐγκρίνω

to class

430

διακαθαρίζω

to clean out

431

καθαίρω

to cleanse

432

ἀμφιέζω

to clothe

433

συμπίπτω

to collapse

434

ἀντιπίπτω

to collide

435

ἀνανήφω

to come to one's senses again

436

συμπαραγίνομαι

to come together

437

σύμφημι

to concur

438

καταβραβεύω

to condemn

439

ἐνειλέω

to confine in

440

διακατελέγχομαι

to confute

441

διενθυμέομαι

to consider

442

βιβρώσκω

to consume

443

διανύω

to continue

444

συστοιχέω

to correspond

445

καταφθείρω

to corrupt

446

καταριθμέω

to count among

447

συμψηφίζω

to count up

448

ἐπικαλύπτω

to cover up

449

ὀλολύζω

to cry aloud

450

καταθεματίζω

to curse

451

κατακόπτω

to cut

452

ὀρθοτομέω

to cut in a straight line

453

συντέμνω

to cut short

454

ἐδαφίζω

to dash to the ground

455

δολιόω

to deal treacherously with one

456

σήπω

to decay

457

διαλύω

to decay; to destroy

458

φρεναπατάω

to deceive

459

ἐκχωρέω

to depart

460

ὁμείρομαι

to desire

461

ἀπελπίζω

to despair

462

ἐξολεθρεύω

to destroy utterly

463

ἀπογίνομαι

to die

464

ἐκπτύω

to disdain

465

λογομαχέω

to dispute about words

466

ὑπεροράω

to disregard

467

διχάζω

to divide

468

ἀποδιορίζω

to divide

469

εὐεργετέω

to do good

470

καλοποιέω

to do what is right

471

διπλόω

to double

472

ὑδροποτέω

to drink water

473

συμπίνω

to drink with

474

σμαράγδινος

to emerald

475

ὀνίνημι

to enjoy

476

βασκαίνω

to envy

477

φθονέω

to envy

478

διαφεύγω

to escape

479

ὑπερυψόω

to exalt

480

διαπραγματεύομαι

to examine thoroughly

481

παραβολεύομαι

to expose oneself to danger

482

μαραίνω

to fade away; to wither away

483

ἀποπίπτω

to fall

484

ἀφυπνόω

to fall asleep

485

προσπήγνυμι

to fasten to

486

ταλαιπωρέω

to feel miserable

487

θηριομαχέω

to fight with wild animals; to fight with wild beasts

488

μεστόω

to fill

489

ἀνταναπληρόω

to fill up

490

διϋλίζω

to filter

491

ἁλιεύω

to fish

492

ἐξαστράπτω

to flash as with lightning; flash as with lightning

493

ὑπεραυξάνω

to flourish

494

ῥέω

to flow

495

ἐπαφρίζω

to foam up

496

ὀχλοποιέω

to form a mob

497

μορφόω

to form, shape

498

ἐκπληρόω

to fulfill

499

συγκομίζω

to gather together

500

ζωννύω

to gird