NT Greek Vocab - Part 6 Flashcards Preview

► Bible Languages > NT Greek Vocab - Part 6 > Flashcards

Flashcards in NT Greek Vocab - Part 6 Deck (500):
1

συμφυλέτης

compatriot

2

μεμψίμοιρος

complaining about one's lot

3

μομφή

complaint

4

ὁλοτελής

complete

5

ἄρτιος

complete, capable

6

ἀπαρτισμός

completion

7

ἐκπλήρωσις

completion

8

εὐπειθής

compliant, obedient

9

συγκαλύπτω

conceal

10

κενόδοξος

conceited

11

συγγνώμη

concession

12

καταδίκη

condemnation

13

ἐπιθανάτιος

condemned to death

14

διαταράσσω

confuse

15

σύγχυσις

confusion, tumult

16

παραμύθιον

consolation

17

συνωμοσία

conspiracy, plot

18

διαπαρατριβή

constant friction

19

εὐπάρεδρος

constantly in service

20

ἐνδώμησις

construction

21

ἀπόχρησις

consuming

22

ἀγγεῖον

container

23

ἄγγος

container

24

κατοπτρίζω

contemplate something

25

ἐπαγωνίζομαι

contend

26

διαμάχομαι

contend sharply

27

περιοχή

content of a text

28

φιλόνεικος

contentious

29

διατελέω

continue, remain

30

ἀντίθεσις

contradiction

31

ὀπτός

cooked

32

καταψύχω

cool off, refresh

33

σειρά

cord, rope

34

δαπάνη

cost

35

γερουσία

council of elders

36

σύμβουλος

counselor

37

θάρσος

courage

38

σπεκουλάτωρ

courier

39

ἀνεψιός

cousin

40

ἐπικάλυμμα

cover

41

τεφρόω

cover with

42

σκέπασμα

covering

43

δειλία

cowardice

44

κυβεία

craftiness

45

ῥᾳδιούργημα

crime

46

κόραξ

crow

47

ἀλεκτοροφωνία

crowing of a rooster

48

βοή

cry (out), shout

49

ἀναβοάω

cry out

50

καλλιέλαιος

cultivated olive tree

51

κύμινον

cummin

52

κατάθεμα

curse

53

ἀρά

curse

54

κύμβαλον

cymbal

55

σικάριος

dagger man, assassin

56

καθημερινός

daily

57

αὐχμηρός

dark; gloomy

58

αὐγή

dawn

59

θανάσιμος

deadly

60

θανατηφόρος

death-dealing

61

συζητητής

debater

62

δόλιος

deceitful

63

φρεναπάτης

deceiver

64

ἐπικρίνω

decide

65

διάγνωσις

decision

66

βυθός

deep water; deep

67

δυσφημία

defamation, slander

68

ῥυπαίνω

defile, pollute

69

μιασμός

defilement

70

μολυσμός

defilement

71

θεότης

deity

72

συνήδομαι

delight in

73

δημηγορέω

deliver a public address

74

ἀναδίδωμι

deliver, hand over

75

δαίμων

demon

76

δαιμονιώδης

demonic

77

ἀνάλυσις

departure

78

ἄφιξις

departure

79

ἔκγονος

descendants

80

κατάβασις

descent; slope

81

ἀρεσκεία

desire to please

82

στυγητός

despicable

83

καταφρονητής

despiser, scoffer

84

ὀλοθρευτής

destroyer

85

βδελυκτός

detestable

86

φιλόθεος

devout

87

δεισιδαίμων

devout, religious

88

ὁσίως

devoutly

89

ἄλλως

differently

90

ἑτέρως

differently, otherwise

91

δύσκολος

difficult

92

ῥύπος

dirt; dark juice; uncleanness

93

αἴσθησις

discernment

94

ἀπελεγμός

discredit

95

ἄτακτος

disorderly

96

φιλονεικία

dispute

97

λογομαχία

dispute about words

98

περιφρονέω

disregard, despise

99

διαμερισμός

dissension, disunity

100

ἀγωνία

distress

101

διανέμω

distribute

102

μεσότοιχον

dividing wall

103

πύθων

divination

104

χρηματισμός

divine response

105

θειότης

divinity, divine nature

106

πραγματεύομαι

do business, trade

107

ἀγαθοποιός

doing good

108

ποίησις

doing; creation

109

κατασύρω

drag

110

ἐξέλκω

drag away

111

ἐνύπνιον

dream

112

κραιπάλη

drinking bout

113

πότος

drinking party

114

ἀπελαύνω

drive away

115

ἐκδιώκω

drive out; persecute

116

θρόμβος

drops

117

οἰνοφλυγία

drunkenness

118

κατοίκησις

dwelling

119

κατοικία

dwelling place

120

δυσεντέριον

dysentery

121

ἐκτενής

eager

122

πρόϊμος

early

123

ὀρθρινός

early in the morning

124

ἐκτένεια

earnestness

125

κέραμος

earthenware vessel; roof tile

126

συναλίζω

eat (salt) with

127

βρώσιμος

eatable

128

σητόβρωτος

eaten by moths

129

σκωληκόβρωτος

eaten by worms

130

κλισία

eating group

131

ὄλυνθος

edible fruit of the wild fig

132

ᾠόν

egg

133

ἤτοι

either ... or

134

γέρων

elderly/old man

135

εὐσχημοσύνη

elegance

136

λόγιος

eloquent; learned, cultured

137

ἀλλαχοῦ

elsewhere

138

συμπεριλαμβάνω

embrace

139

σμάραγδος

emerald

140

κενοδοξία

empty conceit; delusion

141

συμπαρακαλέω

encourage together

142

σωφρονίζω

encourage, urge

143

παραμυθία

encouragement, comfort

144

τελευτή

end; death

145

ἀπέραντος

endless

146

στρατολογέω

enlist soldiers

147

δουλαγωγέω

enslave, subjugate

148

ἐμβατεύω

enter

149

καθόλου

entirely

150

ἐφφαθά

ephphatha

151

ἰσότιμος

equal, like

152

σκευή

equipment

153

καταρτισμός

equipping

154

ἐθνάρχης

ethnic leader

155

προσάββατον

eve of the sabbath

156

ἀκμήν

even yet

157

πανταχῇ

everywhere

158

ἀκριβής

exact, strict

159

ἀκρίβεια

exactness, precision

160

δεῖγμα

example

161

ὑπογραμμός

example

162

ἐξορκιστής

exorcist

163

φράζω

explain, interpret

164

ἐπίλυσις

explanation

165

ἔκθετος

exposed

166

ῥητῶς

expressly

167

παρατείνω

extend, prolong

168

διασείω

extort

169

ἐσχάτως

extremely

170

κολλούριον

eye salve

171

αὐτόπτης

eyewitness

172

ἐπόπτης

eyewitness

173

πλαστός

fabricated, false

174

αἱρετικός

factious

175

ἀποψύχω

faint; die

176

ὀλιγόψυχος

faint-hearted

177

εὐδία

fair weather

178

ἀσύνθετος

faithless

179

ψευδαπόστολος

false apostle

180

ψευδοδιδάσκαλος

false teacher

181

ψευδώνυμος

falsely bearing a name

182

δολόω

falsify, adulterate

183

κλέος

fame

184

ἔπαυλις

farm, homestead

185

ἄσιτος

fasting

186

πενθερός

father-in-law

187

πιότης

fatness

188

σιτιστός

fattened

189

σαίνω

fawn upon, flatter

190

πτηνός

feathered, winged

191

συμμαθητής

fellow disciple

192

συμπρεσβύτερος

fellow elder

193

συμμιμητής

fellow imitator

194

σύσσωμος

fellow members of the body

195

συμπολίτης

fellow-citizen

196

μαθήτρια

female disciple

197

γυναικεῖος

feminine

198

χάραξ

fence

199

ἐγκαίνια

festival of rededication

200

γεώργιον

field

201

πεντεκαιδέκατος

fifteenth

202

συκομορέα

fig mulberry

203

πυγμή

fight

204

συναγωνίζομαι

fight along with

205

θεομάχος

fighting against

206

κόπριον

filth

207

βύσσος

fine linen

208

σεμίδαλις

fine wheat flour

209

πύρινος

fire

210

στερέωμα

firmament

211

Χλόη

first shoot of plants

212

προσφάγιον

fish (to eat)

213

ἄγκιστρον

fishhook

214

ἐπιτήδειος

fit for, necessary

215

πεντάκις

five times

216

ὁροθεσία

fixed boundary

217

τακτός

fixed, appointed

218

πεδινός

flat, level

219

κολακεία

flattery

220

νοσσός

fledgling

221

φυγή

flight

222

πλήμμυρα

flood

223

κατακλύζω

flood, inundate

224

αὐλός

flute

225

ἀφρός

foam

226

χόρτασμα

fodder

227

ἀχλύς

foggy mist

228

πτύσσω

fold/roll up, close

229

σιτίον

food

230

σιτομέτριον

food allowance

231

ῥακά

fool

232

μωρολογία

foolish/silly talk

233

βάσις

foot

234

ἐφήμερος

for the day

235

πρώτως

for the first time

236

ἀπεῖπον

forbid; disown

237

προαύλιον

forecourt

238

ἀλλόφυλος

foreign

239

ἀλλογενής

foreign

240

ἀρτέμων

foresail

241

λήθη

forgetfulness

242

ἐπιλησμονή

forgetfulness

243

ὀχύρωμα

fortress

244

πρηνής

forward, headlong

245

σύντροφος

foster-brother

246

τετράμηνος

four months

247

τετραπλοῦς

four times

248

σύντριμμα

fracture

249

ἄλυπος

free from anxiety

250

ἀδάπανος

free of charge

251

ἀπελεύθερος

freedperson

252

φιλία

friendship

253

ἐκφοβέω

frighten, terrify

254

βάτραχος

frog

255

Γαδαρηνός

from

256

Δαμασκηνός

from

257

Δερβαῖος

from

258

ἀλλαχόθεν

from another place

259

παιδιόθεν

from childhood

260

ὀπώρα

fruit

261

καρποφόρος

fruitbearing, fruitful

262

ματαιολογία

fruitless talk

263

κατείδωλος

full of idols

264

περαιτέρω

further, beyond

265

γάγγραινα

gangrene

266

κηπουρός

gardener

267

εὐμετάδοτος

generous

268

ἤπιος

gentle

269

πραϋπαθία

gentleness

270

κατασοφίζομαι

get the better of

271

κορβᾶν

gift to

272

διακούω

give a hearing

273

ἐπινεύω

give consent

274

ἔκδοτος

given over

275

δότης

giver

276

ἀσμένως

gladly

277

κατήφεια

gloominess, dejection

278

κώνωψ

gnat

279

ὑπερβαίνω

go beyond; trespass

280

συγκαταβαίνω

go down with

281

ψύχω

go out, be extinguished

282

ἐπιπορεύομαι

go/journey to

283

προσαναβαίνω

go/move up

284

σκοπός

goal

285

θεά

goddess

286

θεοσέβεια

godliness; religion

287

εὖγε

good

288

ἀγαθοποιί̈α

good deeds

289

εὐφημία

good report/repute

290

εὔνοια

goodwill; affection

291

ψιθυρισμός

gossip

292

ψιθυριστής

gossiper

293

φλύαρος

gossipy

294

μάμμη

grandmother

295

θήκη

grave

296

μεγάλως

greatly

297

ἐπιπόθητος

greatly desired

298

μέγεθος

greatness

299

μεγαλεῖος

greatness

300

ἔδαφος

ground

301

τάγμα

group

302

συναυξάνω

grow together

303

συμφύω

grow up with

304

γογγυστής

grumbler

305

ἦθος

habit

306

ἡμιώριον

half an hour

307

ἡμιθανής

half dead

308

πατροπαράδοτος

handed down from one's fathers

309

δέσμη

handful

310

χειρόγραφον

handwritten certificate; handwritten document

311

ἀπάγχω

hang oneself

312

παρατυγχάνω

happen to be near

313

δυσνόητος

hard to understand

314

μογιλάλος

hardly-speaking; stammerer

315

σκληρότης

hardness

316

βλαβερός

harmful

317

σύμφωνος

harmonious

318

θεοστυγής

hating

319

εὐπορέω

have plenty

320

φιλάδελφος

having brotherly love

321

περικρατής

having power

322

προακούω

hear beforehand

323

θέρμη

heat

324

πτέρνα

heel

325

ἀντίλημψις

help

326

ἐπικουρία

help

327

ὀκνέω

hesitate

328

λαξευτός

hewn out of the rock

329

κρύπτη

hidden place

330

παρακαλύπτω

hide, conceal

331

ἀρχιερατικός

highpriestly

332

πάροδος

highway; passing

333

ἐγκοπή

hindrance

334

ἐγκάθετος

hired to lie in wait

335

τρύπημα

hole

336

φιλοφρόνως

hospitably

337

οἰκετεία

household slaves

338

ταπεινόφρων

humble

339

ἑκατονταετής

hundred years old

340

πρόσπεινος

hungry

341

καταδιώκω

hunt for

342

ὑακίνθινος

hyacinth-colored

343

σύμφυτος

identified with

344

λῆρος

idle talk, nonsense,

345

γυναικάριον

idle/foolish/weak woman

346

εἰδωλεῖον

idol's temple

347

ἀμαθής

ignorant

348

ἀμετακίνητος

immovable

349

ἀδιάκριτος

impartial

350

ἀπροσωπολήμπτως

impartially

351

ἀμετανόητος

impenitent

352

ἔμφυτος

implanted

353

ἀνένδεκτος

impossible

354

γόης

imposter

355

διόρθωμα

improvement

356

ἐπανόρθωσις

improvement

357

Ῥωμαϊστί

in

358

Λυκαονιστί

in (the)

359

Ἰουδαϊκῶς

in a

360

ἀσύμφωνος

in disagreement with

361

πάντῃ

in every way

362

αἰσχροκερδῶς

in fondness for dishonest gain

363

κρυφῇ

in secret

364

παμπληθεί

in unison

365

κενῶς

in vain

366

ἄψυχος

inanimate

367

ἐπειδήπερ

inasmuch as, since

368

ὀργίλος

inclined to anger

369

ἀνεκδιήγητος

indescribable

370

ἀγανάκτησις

indignation

371

ἄτομος

indivisible

372

ἐκπορνεύω

indulge in debauchery

373

φιλότεκνος

indulgent

374

ἀνεκλάλητος

inexpressible

375

ἄρρητος

inexpressible

376

μυέω

initiate

377

πανδοχεῖον

inn

378

πανδοχεύς

innkeeper

379

ἄσημος

insignificant

380

δίλογος

insincere

381

θεόπνευστος

inspired by

382

διερμηνευτής

interpreter

383

διάστημα

interval

384

πτόησις

intimidation; fear

385

συστατικός

introducing

386

ἐφευρετής

inventor

387

ἀνάκρισις

investigation, hearing

388

ἰῶτα

iota

389

ἄσπονδος

irreconcilable

390

χρή

it is necessary

391

ὑάκινθος

jacinth; hyacinth

392

ἐρείδω

jam fast, become fixed

393

διαχλευάζω

jeer

394

ἐκβολή

jettisoning

395

συνεπιτίθημι

join in an attack

396

συνυποκρίνομαι

join in pretense

397

καθά

just as

398

χαλκίον

kettle

399

λακτίζω

kick

400

περιάπτω

kindle

401

συγγενίς

kinswoman

402

γνώστης

known

403

κοῦμ

koum

404

ἀσιτία

lack of appetite

405

ἀρήν

lamb

406

κοπετός

lamentation

407

φανός

lamp

408

μείζων

large, grea

409

λάρυγξ

larynx

410

ὄψιμος

late

411

γέλως

laughter

412

νομοθέτης

lawgiver

413

παρανομία

lawlessness

414

πρωτοστάτης

leader

415

χειραγωγός

leading by the hand

416

εἰσπηδάω

leap in

417

ἐξάλλομαι

leap out/up

418

ἐφάλλομαι

leap upon

419

ἐπιστήμων

learned

420

στιβάς

leaves

421

σχολή

lecture hall

422

κατάλοιπος

left remaining

423

ἐπίλοιπος

left, remaining

424

στρατόπεδον

legion

425

νομοθεσία

legislation

426

κίχρημι

lend

427

πάρδαλις

leopard

428

κοινωνικός

liberal, generous

429

παρόμοιος

like

430

ἐθνικῶς

like a

431

τυφωνικός

like a whirlwind

432

ἰσάγγελος

like an angel

433

ὡσπερεί

like, as though

434

ὁμοίωσις

likeness

435

ὀλιγοπιστία

little faith

436

βιόω

live

437

συνοικέω

live with

438

περίοικος

living around

439

δάνειον

loan

440

ἐντόπιος

local

441

ποδήρης

long robe

442

ἐπιποθία

longing

443

ὄρεξις

longing, desire

444

μακροχρόνιος

long-lived

445

βλέμμα

look

446

φιλαργυρία

love of money

447

φιλόστοργος

loving dearly

448

φιλάγαθος

loving good

449

φίλανδρος

loving one's husband

450

φίλαυτος

loving oneself

451

φιλήδονος

loving pleasure

452

κατώτερος

lower

453

κατωτέρω

lower, below

454

χλιαρός

lukewarm

455

ἐπιθυμητής

lustful

456

λιπαρός

luxury

457

ψεῦσμα

lying

458

ἄφαντος

made invisible

459

παραφρονία

madness

460

μανία

madness, frenzy

461

μαγεία

magic

462

μεγαλοπρεπής

magnificent

463

θυμιάω

make an incense offering

464

ἀπορφανίζω

make an orphan of

465

θυμόω

make angry

466

μηκύνω

make long

467

προσεργάζομαι

make more

468

μονόω

make solitary

469

βαθύνω

make/go deep

470

εἰρηνοποιός

making peace

471

κακοήθεια

malice

472

βίωσις

manner of life

473

κοπρία

manure pile

474

πολλαπλασίων

many times as much

475

πολυποίκιλος

many-sided

476

μάρμαρος

marble

477

παράσημος

marked

478

γραπτός

marked as with letters; writing

479

ἐμπόριον

market

480

ὕπανδρος

married

481

ἀρχιτέκτων

master builder

482

ὕλη

matter

483

κατάρτισις

maturation

484

κόρος

measure

485

μετρητής

measure

486

μάκελλον

meat market

487

ἀλλοτριεπίσκοπος

meddler

488

φάρμακον

medicine; charm

489

συντυγχάνω

meet, join

490

μνήμη

memory

491

ἀνέλεος

merciless

492

ἀνελεήμων

merciless

493

χαλκεύς

metalworker

494

νεφρός

mind

495

βόρβορος

mire; slime

496

μίασμα

misdeed, crime

497

ὁμίχλη

mist

498

μίγμα

mixture, compound

499

ἐμπαιγμονή

mocking

500

μετρίως

moderately